Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Ταύτιση και ηγεσία …και ο κ. Τίποτα

Του Αγίου

Η πλέον επίπονη επικοινωνιακή προσπάθεια του μηχανισμού που διαμορφώνει την φυσιογνωμία προσωπικοτήτων, οι οποίες ηγούνται ή φιλοδοξούν να ηγηθούν σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης συλλογικής δραστηριότητας, είναι η αποκρυστάλλωση ταυτίσεων ηγέτη-ομάδας/ων αναφοράς.

Το πρόβλημα αυτό καλούνται να αντιμετωπίσουν όλες ανεξαιρέτως οι μορφές ηγεσιών σε όλων των ειδών τα ηγετικά περιβάλλοντα.

To περίφημο one man show δεν στηρίζεται τόσο στη μοναδικότητα του προβαλλόμενου κεντρικού προσώπου της παράστασης, αλλά στην ικανότητα του μηχανισμού προπαγάνδας να διαμορφώσει μια εικόνα αναφοράς για το πρόσωπο αυτό στην οποία να ταυτίζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του σώματος στο οποίο απευθύνεται.

Η δόμηση του λεγόμενου ηγετικού προφίλ, δηλαδή, υπακούοντας στα εμπειρικά δεδομένα της κοινωνικής ψυχολογίας και της πολιτικής ψυχολογίας, δεν αποσκοπεί στην προσαρμογή του ηγέτη στο κοινό του, ούτε στο αντίστροφο, αλλά στην διαμόρφωση μιας φαντασιακής σχέσης ταύτισης αυτού με τον οιονεί αποδέκτη της εξουσίας του.

Στο βαθμό που η ηγεσία πετύχει να δομήσει αυτή τη φαντασιακή κοινότητα ταυτίσεων με το «κοινό» της, επιτυγχάνει και την αποδοχή της εξουσιαστικής της υπόστασης από ένα σημαντικό μέρος του συνόλου των αποδεκτών της δράσης της.

Μόνον έτσι η προσωπικότητα του εν δυνάμει ηγέτη καθίσταται σημαίνουσα.

Οι τεχνικοί της επικοινωνίας προμηθεύουν τον μηχανισμό προπαγάνδας με μια οργανωμένη ενότητα συμβολισμών, σε αναφορά με τη ζωή και την επιμέρους δράση της προβαλλόμενης ηγετικής μορφής, έτσι ώστε να διαμορφώσουν ευκολότερα (αυτόματα) το πεδίο ταύτισης ηγέτη-ομάδας/ων αναφοράς.

Με άλλα λόγια - παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από μεγάλο μέρος αυτών που δεν έχουν εντρυφήσει στη σύγχρονη επικοινωνία και στις επιστήμες που συνδέονται με αυτήν – είναι πιο εύκολο να δομήσεις την mental picture για έναν ηγέτη εκ του μηδενός, ενός σχετικά άγνωστου, δηλαδή, παρά για κάποιον που βαρύνεται από τη σημειολογική διάσταση μιας περισσότερο ή λιγότερο μακράς εξουσιαστικής πορείας προς την κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας.

Ο κόσμος, ο λαός, το κοινό, δεν εμπιστεύονται για ηγέτη αυτόν που γνωρίζουν καλύτερα ή εκείνον που τους πείθει ανετότερα, αλλά αυτόν με τον οποίο θέλουν να ταυτίσουν την αναφερόμενη ύπαρξη τους στο παρόν και στο ορατό μέλλον.

Ο λαός ρισκάρει και προκαλεί τη τύχη του με τους ηγέτες του, στο μέτρο που η επικοινωνιακά δομημένη κοινωνική και πολιτική τους οντότητα ικανοποιεί το «όραμα» μιας συγκεκριμένης εποχής για τον ίδιο (το λαό). Ακριβώς, έτσι, αφηρημένα, φαντασιακά, ιδανικά και απολύτως ιδεατά, όπως εννοείται η εθνότητα, το λαϊκό συμφέρον και ο ίδιος ο λαός, πέραν της νομικής του διάστασης που τον ταυτίζει με το εκλογικό σώμα.

Το «όραμα» λοιπόν δεν είναι του ηγέτη, αλλά του αποδέκτη της εξουσίας του.

Άρα, τον ηγέτη τον κατασκευάζουν για να εκφράσει ήδη διαμορφωμένες τάσεις και να ικανοποιήσει προσδοκίες και προσβλέψεις – «οράματα».

Με την έννοια αυτή ένας Κύριος Τίποτα μπορεί κάλλιστα να γίνει τα πάντα για ένα οργανωμένο σύνολο ανθρώπων, αν παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος του προαναφερθέντος «οράματος», που κοινωνικο-επικοινωνιακά εμφανίζεται ώριμο και ως επιτακτική ανάγκη.

Η μεσσιανική και προκλητικά μυθική διάσταση της προσωπικότητας, που εκκολάπτεται από μια ομάδα συμφερόντων για ηγέτης, έρχεται να προσθέσει την απαραίτητη για τον μανιχαϊτικό πολιτισμό μας ηθική νότα στη νομιμοποίηση της εξουσίας του.

Όταν λοιπόν διαπιστώνουμε κρίση ηγεσίας σε μια κοινωνία θα πρέπει μάλλον να αναφερόμαστε σε κρίση του ηγετικού μοντέλου και του μηχανισμού που το παράγει και το υποστηρίζει.

Στην χώρα μας, σήμερα, η κρίση στο πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με την λανθάνουσα, εδώ και καιρό, κοινωνική κρίση αποκαλύπτει μια γενικευμένη αμφισβήτηση του παρωχημένου ηγετικού μοντέλου που καθιερώθηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Η συνειδητή ή υποσυνείδητη εναντίωση μεγάλου μέρους των ελλήνων σε αυτό το μοντέλο κυριαρχίας συμπαρασύρει στη δύνη τής κρίσης ολόκληρο το σύστημα και μειώνει τη νομιμοποιητική ισχύ των θεσμοθετημένων εξουσιών και των ΜΜΕ, στη χώρα.

Η εποχή της κατάρρευσης του καθεστώτος έφθασε και ξεκινά με τη γενίκευση της αμφισβήτησης του ηγετικού μοντέλου, το οποίο συνδέθηκε με την πατρωνία, την οικογενειοκρατία, το νταβατζηλίκι και τη στενή εξάρτηση από μια μικρή ομάδα «επιχειρηματιών» που ξεκίνησαν ως μεσάζοντες, εκπροσωπώντας αλλοδαπά συμφέροντα, για να μετεξελιχθούν σε δεσπότες της χώρας.

Αυτό που επικαλέστηκε σε μια στιγμή ευθυμίας και ψευδοτσαμπουκά ο κ. Καραμανλής, ήρθε μάλλον η ώρα να το πραγματοποιήσουν οι πολίτες.

Να απαλλάξουν την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία και τον πολιτισμό από τους νταβάδες τους, εμπιστευόμενοι ίσως έναν καινούργιο Κύριο Τίποτα.

Είναι άλλωστε οι μόνοι ( οι Τίποτα) από τους οποίους μπορεί να περιμένεις ακόμη κάτι, προτού περάσουμε σε άλλης μορφής διακυβέρνηση, όπου θα κυριαρχήσει το αντι-ηγετικό, αντι-γραφειοκρατικό μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας.

Η απομυθοποίηση του πολιτικού συστήματος με τη γνωστοποίηση ζοφερών σκανδάλων χρηματισμού πολιτικών, διοικητικών και κομμάτων αποτελεί στην ουσία διαδικασία απο-ταύτισης του λαού από την πολιτική ηγεσία του. Απομυθοποιήθηκε αυτό ακριβώς το μοντέλο ηγεσίας που πατρόναραν οι γνωστοί νταβάδες. Απαξιώθηκε ο κ. Κάτι ( δεν είναι ένας, αλλά πολλοί) που με κόπο και επιμονή κατασκεύασαν.

Έφθασε το τέλος μίας εποχής. Ο κ. Κάτι δεν ανήκει στη νέα περίοδο, καθώς επέλεξε ή (του) έτυχε να υπηρετήσει τη (διε)φθαρμένη, προηγούμενη.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Δεξιά και Αριστερά

Του Αγίου

Η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη, υποστηρίχθηκε από την ιδέα ότι η πολιτική διάκριση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς έχει ξεπεραστεί ιστορικά.

Στη βάση μάλιστα αυτής της ιδεοληψίας, που κάποτε λαμβάνει και τη μορφή ιδεολογήματος, το οποίο υιοθετείται ρητά ή άδηλα από την πλειονότητα των κεντροδεξιών και αρκετών κεντροαριστερών ευρωπαϊκών κομμάτων, αναπτύσσεται η πολιτική προπαγάνδα και νομιμοποιούνται επιμέρους κυβερνητικές πολιτικές ή διακυβερνητικές πολιτικές της ΕΕ.

Στο επίπεδο της διαμόρφωσης συλλογικών πολιτικών ταυτοτήτων, οι συνέπειες αυτής της προσέγγισης μοιάζουν δραματικές. Η ιδεολογική διάσταση του δημοκρατικού φιλελευθερισμού υποχωρεί και μια νέα μορφή ολοκληρωτισμού αναδύεται: ο οικονομισμός.

Σύμφωνα με αυτόν, όλα είναι οικονομία και τα πάντα στη κοινωνία μπορεί να αναλυθούν και να ρυθμιστούν στο πλαίσιο των κανόνων της αγοράς, η οποία με αυτή την έννοια εμφανίζεται ουδέτερη και αντικειμενική, δηλαδή απολιτική.

Η απολιτική αυτή κουλτούρα, ενδεδυμένη το επιμελώς ατημέλητο ιμάτιο του μοντερνισμού, φαίνεται να κυριαρχεί σε ολοένα περισσότερα στρώματα της κοινωνίας και στην Ελλάδα. Εδώ, μάλιστα, εξαιτίας αζύμωτων πολιτικά εμπειριών της μεταβιομηχανικής εποχής, εύκολα ο απολιτικός χαρακτήρας του σύγχρονου οικονομικού ντετερμινισμού διαπλέκεται με τον εθνικισμό και το τοπικισμό, συνδιαμορφώνοντας μια (πολιτικά) άνοστη σούπα.

Εκεί όπου η Αριστερά πρεσβεύει ότι αιτία της ύπαρξης της είναι η εμπέδωση της κοινωνικής ισότητας και η άρση των ποικιλόμορφων αποκλεισμών, η Δεξιά θεωρεί τη κοινωνική ανισότητα (αναγκαίο)στοιχείο προόδου και δυναμικό παράγοντα εξέλιξης. Από την άλλη, η λαϊκιστική, εθνικιστική-δεξιά, ευαγγελίζεται μια απολιτική ισότητα βασισμένη σε εθνικιστικές προσεγγίσεις που δεν αμφισβητούν στην ουσία το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά αποκλειστικά την λειτουργικότητά του υπέρ του εθνικού-κράτους, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.

Διαπιστώνοντας ότι οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, που σχηματίζονταν στο πλαίσιο της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των μέσων παραγωγής, έχουν σε μεγάλο βαθμό εξασθενήσει και φθαρεί, εξαιτίας σημαντικών μεταβολών στο αναπτυξιακό μοντέλο του καπιταλισμού και παράλληλης κατάρρευσης του προγράμματος του ολοκληρωτισμού, δεν πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η διάκριση Αριστερά-Δεξιά είναι εκτός τόπου και χρόνου ή χειρότερα, αντιπαραγωγική και οπισθοδρομική.

Τα αίτια αυτής της πολιτικής διάκρισης μεταβάλλονται, η σημασία της όμως παραμένει κεφαλαιώδης για την προαγωγή της κοινωνικής συνείδησης και της πολιτικής δράσης.

Το ζήτημα του εκδημοκρατισμού δεν θα πρέπει να περιορίζεται δογματικά, είτε στο πλαίσιο της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, είτε σε εκείνο της πολιτισμικής αυτονομίας και εθνικής αυτοδιάθεσης. Ο εκδημοκρατισμός, που σημειωτέον έχει έννοια μόνον σε φιλελεύθερα περιβάλλοντα, είναι ιδιαίτερα επίκαιρος σήμερα, καθώς έχει να αντιμετωπίσει τις νέες μορφές ανισοτήτων που προκαλεί η επικράτηση του νεοφιλελευθέρου μοντέλου κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης (παγκοσμιοποίηση).

Η υπόθεση, λοιπόν, δεν είναι να καταδείξουμε την ισοπέδωση της παραδοσιακής διάκρισης Αριστεράς-Δεξιάς, όπως αυτή διαπιστούται εμπειρικά, κυρίως στο πλαίσιο ξεπερασμένων μορφών πολιτικών συστημάτων, αλλά να αναδείξουμε την αναγκαιότητα της σύγχρονης διάστασής της στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο.

Ο νέος ολοκληρωτισμός που απειλεί την ανθρωπότητα είναι εδώ. Η κυριαρχία της αγοράς πάνω στο κράτος διαλύει την οργάνωση των κοινωνιών που διαμορφώθηκε ως απότοκος της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Οι κοινωνίες, στο μεγαλύτερο μέρος του αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου, βρίσκονται στη φάση νέων δημοκρατικών αναζητήσεων, που συνδυάζουν το αίτημα για ισότητα με αυτό μιας καλύτερης ποιότητας ζωής, με την ενσωμάτωση της τεχνολογικής προόδου στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ανάπτυξη της (δημιουργικής) καθημερινότητας.

Αν όμως οι αριστεροί δεν συνειδητοποιήσουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι καπιταλιστική τάση ή καπιταλιστικό ιδεολόγημα, αλλά φάση στην εξέλιξη της ανθρωπότητας - εποχή, με τα όλα της, δηλαδή, στην οποία ζούμε όλοι μας ασχέτως κοινωνικής κατάστασης, καταγωγής, ιδιαίτερης πολιτισμικής συγκρότησης και θρησκευτικής πεποίθησης - δεν θα μπορέσουν να δομήσουν τη νέα συλλογική (προοδευτική) ταυτότητά τους, που θα οδηγήσει σε νέα κινήματα αμφισβήτησης του συστήματος, το οποίο υπάρχει και εξελίσσεται εκμεταλλευόμενο νέες μορφές ανισοτήτων που το ίδιο προκαλεί.

Τα δικαιώματα θα πρέπει να ιδωθούν, επίσης, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο κυριαρχίας. Είναι φαιδρό να αγωνιζόμαστε για δικαιώματα που δεν έχουν πλέον κανένα νόημα, επειδή έτσι συνηθίσαμε και να μην διεκδικούμε τη θεμελίωση πιο αποτελεσματικών και δημοκρατικών ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων, με κριτήριο τον σεβασμό της προσωπικότητας, και της ιδιαίτερης ταυτότητας ,καθώς και την διαρκώς διευρυνόμενη συμμετοχή στις αποφάσεις με διαφάνεια, αλλά και λογοδοσία.

Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν υπονοώ την παραγνώριση θεμελιωμένων δικαιωμάτων, αλλά την ουσιαστική αναζωογόνησή τους σε ένα νέο διεκδικητικό πλαίσιο.

Ίσως, ήρθε η ώρα και στην Ελλάδα να αναρωτηθούμε, στα σοβαρά, ποια είναι η έννοια των κεκτημένων δικαιωμάτων σε ένα κόσμο περιβαλλοντικής, πολιτικής και εργασιακής υποβάθμισης, και προπάντων πολιτισμικού εκχυδαϊσμού.

Η αναγκαία για την δημοκρατική ανάπτυξη αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς θα πρέπει μάλλον να συνδεθεί με τον αγώνα για την αποκρυστάλλωση νέων δικαιωμάτων που θα τείνουν να εξουδετερώσουν την ισχύ και το εύρος των σύγχρονων ανισοτήτων με τις οποίες τρέφεται το τέρας της εποχής μας: ο νεοφιλελευθερισμός.

Εκείνο που αποτελεί σήμερα αληθινή προοδευτική πρόκληση είναι η επιστροφή της πολιτικής στους πολίτες. Η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη και η ελευθερία πρέπει να αποκτήσουν νέο, διευρυμένο πολιτικό περιεχόμενο και να ενταχθούν σε ένα κίνημα άμεσης δημοκρατίας. Ο καλύτερος εκπρόσωπος του εαυτού είναι ο εαυτός μας. Καιρός να αναλάβει και την ευθύνη της ύπαρξής του και να… «επωμισθεί» τις συνέπειες των αποφάσεών του.

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

Ο καημένος κύριος Καραμανλής

Του Αγίου

Σπαράζει η ψυχή μου μετά την ανάγνωση των σημερινών (καρμπόν) δημοσιευμάτων σε μεγάλη μερίδα των εφημερίδων, που αναφέρονται στα αδιέξοδα του πρωθυπουργού, αλλά και στην ορατή, δια γυμνού οφθαλμού (!), αποφασιστικότητά του να εκκινήσει εκ νέου τον Σεπτέμβριο για μια νέα πορεία διακυβέρνησης!

Ο καημένος κ. Καραμανλής εμφανίζεται να μοιράζεται τον προβληματισμό του, ως προς τη νέα ατζέντα που θα ήταν ωφέλιμο να ανοίξει, αποκλειστικά εντός του κύκλου εμπιστοσύνης που σχηματίζουν οι στενοί του συνεργάτες, γνωστοί από την γελοία και ανερμάτιστη συμπεριφορά που επέδειξαν στη διαχείριση κρίσεως του σκανδάλου Μαξίμου- Ζαχόπουλου.

Σε αυτούς φέρεται να εκμυστηρεύεται το κρίσιμο δίλημμα του: Να κάνω εκλογές; Δεν θα ήταν φρόνιμο, καθώς θα με κατηγορούσαν οι κακεντρεχείς ότι μεθοδεύω την παραγραφή αδικημάτων ως προς τα σκάνδαλα που, όπως λένε, βαρύνουν την διακυβερνητική θητεία μου. Να κάνω ανασχηματισμό; Δεν θα ήταν αποτελεσματικό, γιατί πού να βρω καλύτερα στελέχη από αυτά που ήδη χρησιμοποιώ.

Άσε που η ισχυρότερη κυβέρνηση όλων των εποχών στηρίζεται μόνον από 151 βουλευτές συν έναν που διαρκώς ξύνεται στη γκλίτσα του τσοπάνη!

Να, λοιπόν, γιατί ο πρωθυπουργός μας υπήρξε βαθύτατα προβληματισμένος μέχρι σήμερα και ιδιαίτερα το τελευταίο εξαιρετικά σκανδαλιστικό διάστημα.

Τώρα, όμως, εμφανίζεται (πάντα σύμφωνα με τους φίλους του κ. Ρουσόπουλου) να ξεπερνά τη προσωπική του κρίση, να υπερνικά τις αμφιβολίες του και να εξέρχεται νικητής από την μάχη με τον αναβλητικό εαυτό του. Τώρα πια είναι αποφασισμένος να προχωρήσει.

Προς τα πού, δεν μας λένε, αλλά ίσως να μην έχει και σημασία. Άλλωστε, αυτή η κυβέρνηση εθιμικά τέτοια περίοδο διασπείρει φήμες για επικείμενες αλλαγές που θα επισυμβούν τον Σεπτέμβριο -κάθε Σεπτέμβριο.

Έτσι συντηρείται η ελπίδα. Όχι ακριβώς των πολιτών, αλλά των στελεχών του κόμματος και όλων αυτών που διαπλέκουν τα συμφέροντα τους με την ύπαρξη αυτής της κυβέρνησης.

Με τον τρόπο αυτό, μια στην ουσία νεκρή, πολιτικά, κυβέρνηση παραμένει ζωντανή, επικοινωνιακά. Κάπως έτσι ο μηχανισμός προπαγάνδας, επιχειρεί να διασκεδάσει την ανυπαρξία παρέμβασης της κυβέρνησης στην διαρκώς επιδεινούμενη καθημερινότητα του πολίτη, υποσχόμενος καλύτερες… εξαγγελίες από Σεπτέμβριο.

Η πρώτη φάση των μεταρρυθμίσεων ολοκληρώθηκε, ζήτω οι μεταρρυθμίσεις, δηλώνουν οι πλέον ξετσίπωτοι υπουργοί του Καραμανλή, ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ικανοποιημένος, φέρεται να προπονείται σκληρά στη ρακέτα και στην πεζοπορία σε γειτονικό της Ραφήνας «δασόφυτο (!) ορεινό όγκο» για να αντιμετωπίσει θετικά την πρόκληση του Σεπτέμβρη.

Ειλικρινά δεν γνωρίζω ποια ακριβώς πρόκληση σκοπεύει να αντιμετωπίσει ο κ. Καραμανλής το φθινόπωρο, πάντως όποια και να είναι αποκλείεται να έχει σχέση με την λεγομένη μεταρρύθμιση.

Αυτή η έννοια δεν τον εξυπηρετεί πια ως σύνθημα, καθώς κακοποιήθηκε και εκχυδαΐστηκε τόσο πολύ στις μέρες της σεμνής και ταπεινής (!) διακυβέρνησης του, ώστε πλέον να μην συνδέεται με τον αστικό εκσυγχρονισμό, αλλά μάλλον με την κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Το ξεχαρβάλωμα σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης, σε συνδυασμό με την επιδείνωση τον κύριων χαρακτηριστικών της οικονομίας (ανταγωνιστικότητα, εμπιστοσύνη, ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών, παραγωγικότητα, δημοσιονομικά μεγέθη) και τον ζόφο των σκανδάλων τα οποία συνδέονται στενά με όλες σχεδόν τις προβαλλόμενες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του Καραμανλή, οδηγούν αναγκαστικά σε μεταβολή της προπαγανδιστικής τακτικής.

Η αποτελεσματικότητα, είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να αποτελέσει το επικοινωνιακό δόρυ της προεκλογικής εκστρατείας της ΝΔ, ούτε, ασφαλώς, η ενάρετη διοίκηση. Όσο για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ούτε συζήτηση. Σκοπιανό και ελληνοτουρκικά βρίσκονται σε τέτοιο σημείο που δεν σηκώνουν θεαματικές πρωτοβουλίες και μαγκιές.

Τι απέμεινε, λοιπόν, για να προβάλλει ο κ. Καραμανλής τον Σεπτέμβριο; Μα, ασφαλώς, η «καταλληλότητά» του! Αυτήν που με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία προτάσσει το καθεστώς της διαπλοκής, το οποίο τον στηρίζει.

Η «καταλληλότητά» του αυτή για αν βρει έδαφος θα πρέπει να συνδεθεί με μία μορφή φαντασιακής ιδιαιτερότητας, η οποία δήθεν τον καθιστά διακριτό παράγοντα στο σύστημα διακυβέρνησης. Άλλο ο Καραμανλής και άλλο η κυβέρνησή του, δηλαδή. Ο άνθρωπος θέλει, αλλά οι άλλοι δεν μπορούν! Ο πρωθυπουργός είναι ικανός και αδιάφθορος, αλλά τα στελέχη του μέτρια και επιρρεπή στη διαφθορά. Με δυο λόγια, η δεξιά δεν πάσχει από ηγεσία, αλλά από στελέχωση!

Οι εμπνευστές της προσέγγισης αυτής επιχειρούν, εν τέλει, να εμφανίσουν την ελληνική κοινωνία διεφθαρμένη και ανίκανη να συμμετέχει παραγωγικά στην πραγμάτωση των (ανύπαρκτων) οραμάτων της «καταλληλότερης» ηγεσίας. Με αυτόν τον τρόπο αγωνίζονται να διατηρήσουν σε ισχύ και σχετική νομιμοποίηση ένα σύστημα εξουσίας που διαιωνίζει το καθεστώς της κυριαρχίας τους.

Για τους νταβάδες της πολιτικής δεν έχει καμία αξία η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ ή κάποιο άλλο κόμμα. Μοναδικό διακύβευμα γι’ αυτούς είναι ο έλεγχος και η ομηρεία των πολιτικών ηγεσιών, ιδιαίτερα των κομμάτων που ασκούν κυβερνητική εξουσία.

Στο μέτρο που επιτυγχάνουν την χειραγώγησή τους εκδηλώνουν και την υποστήριξή τους στο πρόσωπό τους, απομακρύνοντάς τους, μέσω των ΜΜΕ που ελέγχουν, από το φάσμα της πολιτικής κρίσης, ακόμη και αυτό της απλής προσωποποιημένης κριτικής.

Με αυτούς στο πλευρό του, ο κ. Καραμανλής, το μόνο πράγμα που θα προσπαθήσει να υποστηρίξει τον Σεπτέμβριο είναι η «καταλληλότητά» του. Αυτό και μόνο, όμως, μυρίζει εκλογές.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Για τη Δημοκρατία, ρε γαμώτο!

Του Αγίου

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, εορτάζοντας την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία είναι σαν να συλλυπούμεθα την ίδια την δημοκρατία, η οποία δυστυχώς παρέμεινε ανεκπλήρωτος πόθος για πολλούς από εμάς.

Οι μοδίστρες της μεταπολίτευσης πέτυχαν να ράψουν ένα δημοκρατικοφανές κοστουμάκι στην Ελλάδα, με δυτικοευρωπαϊκό θεσμικό τούλι, απέτυχαν όμως να εμφυσήσουν το απαραίτητο δημοκρατικό πνεύμα και να προσδώσουν στο σύστημα αντιπροσώπευσης την αναγκαία νομιμοποίηση και το ανάλογο κύρος, έτσι ώστε οι δημοκρατικές σχέσεις να γίνουν κτήμα της κοινωνίας και κανόνας της πολιτείας.

Η δημοκρατία στη χώρα μας στρεβλώθηκε, κακοποιήθηκε και πολύ συχνά «χυλοποιήθηκε» κατεξοχήν από αυτούς που ορκίστηκαν στο όνομα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Από τους θεσμικούς υπηρέτες του λαού και του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή.

Σήμερα, το δημοκρατικό αίτημα, φαντάζει ακόμη πιο θολό και εξασθενημένο εξαιτίας της ανόδου του δεξιού και ακροδεξιού λαϊκισμού, ο οποίος σε συνδυασμό με την επικρατούσα νεοφιλελεύθερη κυβερνητική προσέγγιση, η οποία ομνύει σε μια μεταφυσικού χαρακτήρα απολιτική οικονομική αποτελεσματικότητα, βάλλει ευθέως κατά της ίδια της πολιτικής.

Παράλληλα, η εσκεμμένη παραγνώριση του συγκρουσιακού χαρακτήρα της πολιτικής από το μεγαλύτερο μέρος της κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς και η υιοθέτηση, δήθεν, ουδέτερων και ορθολογικών, δηλαδή ντετερμινιστικών και ηθικοπλαστικών προσεγγίσεων του πολιτικού στοιχείου, οδήγησαν στην απαξίωση της ίδιας της πολιτικής δράσης και στην ενίσχυση ιδεοληψιών προσβλητικών για την δημοκρατία και την πολιτεία της.

Οι διαχωριστικές γραμμές εντός του πολιτικού συστήματος που εμπεδώθηκαν και αναδείχθηκαν κατά την μεταπολίτευση, αποτελούν πλέον κακόγουστη φάρσα, καθώς το ΠΑΣΟΚ συνέκλινε με τη ΝΔ στο νεοφιλελεύθερο κέντρο, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε πρακτικά ταυτίστηκαν πολιτικά, δίχως, ασφαλώς, να εξομοιωθούν στο επίπεδο διαμόρφωσης των ιδιαίτερων συλλογικών πολιτικών ταυτοτήτων τους.

Άρα, μην αναζητείτε την πολιτική στα παραδοσιακά κυβερνητικά κόμματα, διότι δεν θα την βρείτε. Την απαρνήθηκαν χάριν της αναφερόμενης πολυσυλλεκτικότητάς τους και της προσαρμογής τους στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα που διέπεται από το ιδεολόγημα περί «τέλους του συγκρουσιακού μοντέλου της πολιτικής», του «τέλους της ιστορίας», όπως συνθηματικά επικράτησε να λέγεται.

Σήμερα, αντί να ξανα-ανακαλύψουμε την πολιτική για να προσδώσουμε στη δημοκρατία κοινωνικο-πολιτικά και όχι μυθικά χαρακτηριστικά, γινόμαστε μάρτυρες μιας ατέρμονης επιχείρησης κέντρων, που ελέγχονται από τους γνωστούς νταβάδες, να διαμορφωθεί ένα απολιτικό φράγμα στο πλαίσιο της αντίθεσης εμείς – αυτοί, λαός και εξουσία.

Ο καταιγισμός των σκανδάλων που ρίχνουν τη σκιά τους στο πολιτικό σύστημα ενισχύει αυτή τους την τακτική. Αναδεικνύοντας την ελεεινότητα μέρους των πολιτικών, αποσκοπούν στον εξευτελισμό της ίδιας της πολιτικής. Διαπράττουν, δηλαδή, ότι ακριβώς - με λιγότερο ίσως σοβαρές αφορμές - έκαναν τόσα χρόνια μέσω των τηλεοπτικών παραθύρων και των μονοθεματικών «δελτίων» τους: παίρνουν αμπάριζα από τον πολιτικό με την εκμαυλισμένη συνείδηση για να εκχυδαΐσουν την πολιτική δράση και να προασπιστούν την «τηλεοπτική δημοκρατία» τους, η οποία προσομοιάζεται δημοσιογραφικά, αν δεν ταυτίζεται εννοιολογικά, άλλοτε ρητώς και άλλοτε σκηνοθετικώς, με την πολιτική δημοκρατία.

Η έννοια του λαού ανάγεται σε αυτήν του τηλεθεατή και κάπως έτσι ο δημοσιογράφος-παρουσιαστής, υπάλληλος του νταβά, ή εκλεκτός της κυβερνητικής ηγεσίας, μετουσιώνεται σε εκπρόσωπο της κοινής γνώμης, ήτοι του λαού-τηλεθεατή!

Έτσι ακριβώς και η πολιτική αντιπαράθεση δραπετεύει από τον φυσικό της χώρο και το δημοκρατικό της πλαίσιο και διαδραματίζεται σαν φάρσα στην τηλεοπτική οθόνη με τη μορφή του debate, του σκυλοκαβγά ή της σκηνοθετημένης προστριβής.

Το μέγα ζήτημα, λοιπόν, για τη σημερινή Φιλελεύθερη Δημοκρατία μας είναι να ανεύρει τον απαιτούμενο πολιτικό οίστρο και να διαμορφώσει ένα άλλο πλαίσιο άμεσης και ανοιχτής σε όλους αντιπροσώπευσης, απαλλαγμένης από μικροκομματικές σκοπιμότητες και κάθε είδους νταβατζηλίκια.

Υπαινίσσομαι την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της έννοιας «λαός» και την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της εμβάθυνσης της δημοκρατικής λειτουργίας.

Από τη στιγμή μάλιστα που ο λαός έγινε ΛΑΟΣ, τα πράγματα μάλλον σοβαρεύουν επικίνδυνα! Οι νέες ανισότητες που γεννά η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, είτε της ΝΔ, είτε του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με το έλλειμμα δημοκρατικής οργάνωσης που χαρακτηρίζει την μεταπολίτευση είναι ικανές να τροφοδοτήσουν τον δεξιό λαϊκισμό που αποστρέφεται την πολιτική και την ιδεολογία και ταυτίζει το λαό με το έθνος σε μια φαντασιακή μορφή κοινότητας εντός της οποίας, δήθεν, δεν υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, μόνο κοινές επιδιώξεις και κοινοί εχθροί.

Η ισοπέδωση αυτή της πολιτικής ουσιαστικά καταλύει την δημοκρατική διάσταση της κοινωνίας, καθώς η όξυνση των ανισοτήτων δεν οδηγεί στην πολιτική διαπάλη για την ανατροπή του καθεστώτος που τις προκαλεί, αλλά στην συγκρότηση μιας «εμπνευσμένης» και θεόσταλτης ηγεσίας που δήθεν διαθέτει την εθνική συνταγή (και την ανάλογη αρετή) για να τις εξαλείψει.

Αυτό είναι το μήνυμα του λαϊκισμού, ο οποίος έρχεται να χαϊδέψει τα αυτιά των πλέον ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού που σιχάθηκαν την πολιτική πατρωνία και διαπλοκή του δικομματισμού, κουράστηκαν από την μικρότητα, την μικρόνοια και τον αναπαραγωγικό δογματισμό της αριστεράς του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και αναζητούν μια νέα ελπίδα για να κερδίσουν τη ζωή τους.

Αν δεν αντέχουμε να δούμε ξανά τα θύματα της αδικίας και της ανισότητας να στοιχίζονται στα πολιτικά μορφώματα του δεξιού λαϊκισμού, ας επενδύσουμε στο μοναδικό εθνικό κεφάλαιο που προσφέρεται για λαϊκά κέρδη: την δημοκρατία.

Αυτή και μόνο αυτή έχει τη δυνατότητα να αναζωογονήσει την ελληνική κοινωνία και να εμφυσήσει νέα δυναμική στις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου.

Η δημοκρατία είναι το πλέον σταθερό κίνητρο δημιουργίας, αν ιδωθεί πολιτικά και ιδεολογικά και όχι γραφειοκρατικά και θεσμικίστικα.

Η δημοκρατία δεν είναι ο τύπος της, είναι η διαδικασία, το πάθος και ο πόθος όσων αντιλαμβάνονται ότι η ισότητα δίχως ελευθερία είναι άχρηστη, ενώ η ελευθερία δίχως ισότητα αποτελεί μορφή τυραννίας.

Πίσω στην πολιτική λοιπόν, για τη… δημοκρατία, ρε γαμώτο!

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Ζελέδες και μαλάκια

Του Αγίου

Το ακριβέστερο, ίσως, κριτήριο για την πορεία της Ελλάδας συναρτάται με την κοινωνική της διάρθρωση, με αναφορά στις στάσεις και στις συμπεριφορές που εκδηλώνουν τα άτομα διαφόρων ομάδων του πληθυσμού.

Κάθε χρόνο αυτή την περίοδο ανιχνεύω την πραγματική διάσταση αυτής της παραμέτρου, την οποία θεωρώ, όχι απλώς βασικό κριτήριο της κοινωνικής εξέλιξης, αλλά ταυτόχρονα μέτρο για την εκτίμηση της πολιτικής κινητικότητας και των οικονομικών σχέσεων.

Με το χέρι στη καρδιά (σας) λέω ότι η ελληνική κοινωνία έχει χαράξει και ακολουθεί πορεία διάλυσης. Ένα μίγμα ατομικισμού και καταναλωτισμού, σε συνδυασμό με την κατάλυση των παραδοσιακών αξιών των ευρύτερων, λεγόμενων, λαϊκών στρωμάτων, οδηγεί σε μία μορφή ψευδο-ανταγωνιστικών και ψευδο-συγκρουσιακών σχέσεων με κίνητρο, συνήθως, το σύμπλεγμα και όχι το συμφέρον.

Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν. Πολύ λίγοι φαίνεται να πιστεύουν στην ικανότητα της πολιτικής να συμβάλει στη κοινωνική συνοχή, ενώ ελάχιστοι ενδιαφέρονται πραγματικά για τα κοινά, με την έννοια της συμμετοχής και όχι του κουτσομπολιού.

Η ελληνική επικράτεια έχει μετατραπεί σε βασίλειο της υποκρισίας και σε αυτοκρατορία της γελοιότητας. Όλα γίνονται προσχηματικά και το ατομικό όφελος έχει αποσυνδεθεί εντελώς, στη συνείδηση σχεδόν όλων, από την κοινωνική ωφέλεια.

Δυστυχώς, ελάχιστες έως ανύπαρκτες είναι οι διαφορές σε επίπεδο κουλτούρας μεταξύ αυτών που δηλώνουν υποστηρικτές ή ψηφοφόροι συντηρητικών κομμάτων και εκείνων που εκδηλώνουν την πρόθεσή τους να στραφούν αριστερότερα.

Τα σχεδόν είκοσι χρόνια μιντιοκρατίας στη χώρα συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση αυτής της κοινωνικής εικόνας και επέφεραν καίριο πλήγμα στη διάσταση της πολιτικότητας. Οι γνωστοί νταβάδες του πολιτικού συστήματος, που μέσω των πολιτικών μαριονέτων τους πέτυχαν να αλλοτριώσουν πολιτισμικά τις συνειδήσεις των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, μπορούν ήσυχα να απολαύσουν και αυτό το ελληνικό καλοκαίρι!

Τα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού έχουν μετατραπεί σε ένα σύνολο από ζελέδες και μαλάκια τα οποία μετακινούνται αριστερά ή δεξιά, πάνω ή κάτω, ανάλογα με τα ρεύματα του τηλεοπτικού «καιρού».

Ακόμα και η νοηματοδότηση των σημαντικότερων ζητημάτων, τα οποία, όπως δηλώνουν, τους απασχολούν (π.χ. ακρίβεια, ανεργία, προσωπική οικονομική κατάσταση), πραγματοποιείται μέσω του τηλεοπτικού κώδικα και όχι με βάση την ερμηνεία των εμπειριών του καθενός στην αγορά.

Η αγοραιοποίηση της ελληνικής κοινωνίας έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που τα άτομα επιχειρούν να αναδείξουν την «πετυχημένη» κοινωνική τους υπόσταση αποκλειστικά και μόνο μέσω της ικανότητας προσαρμογής στις τρέχουσες σχέσεις της αγοράς.

Η μαγκιά των σύγχρονων ζελέδων και μαλακίων είναι απόλυτα συνυφασμένη με την επιδεικτικά προβαλλόμενη επιτηδειότητά τους στο περιβάλλον της αγοράς και του κράτους.

Έτσι, οι «έξυπνες» επιλογές στο επίπεδο της κατανάλωσης συνδυάζονται με «έξυπνες» τακτικές εναντίον των δύο εχθρών που απέμειναν να απειλούν την ύπαρξη του νεοέλληνα: του κράτους και του γείτονα. Αν και σ’ αυτούς ακριβώς τους δύο παράγοντες καταφεύγουν μονίμως για στήριξη και αρωγή, άλλοτε απειλώντας θεούς και δαίμονες και άλλοτε ικετεύοντας και φιλώντας κατουρημένες ποδιές.

Οι ζελέδες και τα μαλάκια πάσχουν από ένα ιδιαίτερο, φοβικό σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από αναβλητικότητα, οκνηρία και ανεντιμότητα. Πρόκειται για απολύτως κακομαθημένους πολίτες, εθισμένους στον καιροσκοπισμό και στην ανευθυνότητα.

Δεν έχει σημασία, στο πλαίσιο αυτού του σχολίου, το μυθικό πλαίσιο της νομιμοποίησης αυτής της κουλτούρας, ούτε πρόκειται να σταθούμε στο κοινωνικό περίβλημα αυτών των στάσεων που εκφράζονται με αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, αυτό που αξίζει να κρατήσουμε είναι ότι η ασυνειδησία τροφοδοτεί την απολιτικότητα και την αντικοινωνικότητα.

Ο λαϊκισμός του πολιτικού συστήματος, ο οποίος κολακεύει τα πλέον αλλοτριωτικά χαρακτηριστικά της κυρίαρχης νεοελληνικής κουλτούρας, συνεπικουρεί στη μεγέθυνση της ασυνειδησίας και στη θόλωση της κοινωνικής ταυτότητας, άρα, και στη διόγκωση της απολιτικότητας και αντικοινωνικότητας. Μετατρέπεται, έτσι, σε συστηματικό πυλώνα υποδαύλισης της κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία αποτελεί τον βασικότερο όρο της κοινωνικής συνοχής, της δυναμικής κοινωνικής ισορροπίας και συνεπακόλουθα του κοινωνικο-πολιτικού αγωνισμού.

Ο «πολιτικός» λαϊκισμός και το ελεεινό επίπεδο της ελληνικής τηλεόρασης των νταβάδων είναι οι παράλληλες δυνάμεις που συντονίζονται αρμονικά για την διάλυση της ελληνικής κοινωνίας με την ενίσχυση του ατομικισμού, του καιροσκοπικού συντεχνιασμού, του εθνικισμού ( στο πολύ αφηρημένο και υπερβατικό) και, ασφαλώς, κάθε είδους συμπλέγματος που ταλαιπωρεί την ύπαρξη ζελέδων και μαλακίων, που μέσω του τηλεοπτικού «καθρέφτη», της οθόνης, δηλαδή, των πολλών ιντσών, βλέπουν το είδωλό τους σαν μικρή, αδικημένη, θεότητα και τον εαυτό τους δικαιωμένο.

Αν υπάρχουν ακόμη προοδευτικές πολιτικές ηγεσίες στη χώρα, οφείλουν να απορρίψουν τον λαϊκισμό, να πουν τα πράγματα με το όνομά τους, να αναδείξουν το πρόβλημα της υστέρησης της πολιτικής και να επεξεργαστούν ένα κυβερνητικό πρόγραμμα, που προτάσσει εκ νέου με σαφήνεια το ζήτημα της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Δυστυχώς, ακόμη και αυτό, ή καλύτερα, κυρίως αυτό, θα πρέπει να επιλυθεί πολιτικά, καθώς με μύθους περί φιλοτιμίας, κοινωνικής ευαισθησίας και άλλων εθνικών ψευδαισθήσεων, κοινωνική πρόοδος δεν διασφαλίζεται.

Η Ελλάδα δεν ζει στην εποχή των κοινοτήτων, αλλά στην εποχή της αγοράς. Το σύνθημα «ζήσε τον μύθο σου στην Ελλάδα», ίσως να αποτελεί επιτυχημένη τουριστική παρότρυνση για κάποιους ξένους, είναι, όμως, εντελώς αντιπαραγωγικό και χυδαίο όταν έρχεται αντιμέτωπο με την καθημερινότητα των κατοίκων αυτής της χώρας.

Οι «κωλοέλληνες» δεν αποτελούν μικρό μέρος του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού, είναι πλειονότητα. Ο μόνος τρόπος για να αναστραφεί αυτή η κατάσταση είναι να αναπτυχθούν πολιτικές και κοινωνικές συλλογικότητες που θα θέσουν ολοκληρωμένα το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής αναδιοργάνωσης.
Άνθρωποι που δεν θα διστάσουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες κόντρα στο ρεύμα της ρεμούλας και της (εθνικής) αποχαύνωσης, επισημαίνοντας δίχως φόβο, αλλά με πολύ πάθος ότι η πολιτική σε συνδυασμό με την επικοινωνία είναι αυτές που διαμορφώνουν μεσο-μακροπρόθεσμα το σύστημα των κυρίαρχων αξιών, στάσεων, συμπεριφορών, πεποιθήσεων και προσδοκιών σε μια κοινωνία. Οι σχέσεις εξουσίας δεν είναι άσχετες από την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και το επίπεδο του πολιτισμού.

Μόνον μία κινηματικού χαρακτήρα πολιτικο-πολιτισμική και ιδεολογική επαναπροσέγγιση της ελληνικής κοινωνίας είναι δυνατόν να θέσει εκ νέου όρους βιώσιμων κοινωνικών σχέσεων και να συμβάλει στην αποσαφήνιση των πολιτικών χαρακτηριστικών του κομματικού συστήματος.

Το σύστημα είναι κουρέλι και δεν μπαλώνεται, πλέον. Αν περιμένετε η ελληνική κοινωνία να βρει εκ νέου την ισορροπία της μέσω της ορθολογικοποίησης της αγοράς ή την όποια επανίδρυση του κράτους …σωθήκατε!