Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2008

Τα εν κούκω μη εν δήμω


Νουνεχής και ιδιαίτερα οξυδερκής φίλος/φίλη, μετά την σημερινή κωμωδία της «ανεξαρτητοποίησης» του Κουκοδήμου και ενόψει των επικείμενων ραγδαίων πολιτικο-εκλογικών εξελίξεων, (με)… συμβούλευσε, «τα εν κούκω μη εν δήμω»!

Οι ύποπτοι διανοούμενοι και ο Εθνάρχης

Χριστόδουλος: «Οι διανοούμενοι τα έχουν ξεπουλήσει όλα. Ορισμένοι οπαδοί του πνεύματος του διαφωτισμού και της δήθεν θρησκευτικής άχρωμης κοινωνίας, εν ονόματι όπως λέμε της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιδιώκουν να επιβάλουν ένα στυγνό και απάνθρωπο καθεστώς, πάνω στις συνειδήσεις των πιστών ανθρώπων. Όλη αυτή η κίνησις είναι ύποπτη, δεν είναι απλώς για την τήρηση κάποιων ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
14 Μαΐου 2000, στο Ραδιόφωνο της Εκκλησίας

Χριστόδουλος συνέχεια:«Εχω την πεποίθηση ότι ο αγώνας που διεξάγουμε, ιδίως τον καιρό αυτό, για να διασώσουμε την πνευματική και εθνική ταυτότητα των Ελλήνων, δεν μπορεί παρά να στεφθεί από επιτυχία. Γιατί δεν αγωνιζόμαστε για τον εαυτό μας ή υπέρ ευτελών πραγμάτων, αλλά για τα ιερά και τα όσια αυτού του γένους, αυτής της φυλής, του έθνους των Ελλήνων».
16 Αυγούστου 2000 - Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στην Τήνο.

Αφού είναι ύποπτο το πνεύμα του διαφωτισμού, ας επιστρέψουμε στο πνεύμα του σκοταδισμού, λοιπόν!

Μόνο μέσω αυτού οι αρχιεπίσκοποι μπορούν να αυτοπροβάλλονται και να επιβάλλονται ως εθνάρχες…και εμείς να χαζογελάμε με κατανόηση!

Ο ΑΓΙΟΣ

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

Ξεπατικωτούρα!

Η κυρία Πετραλιά μιλώντας στον ΔΣΑ, διάβασε τις δηλώσεις για το φορολογικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης αντικαθιστώντας τη λέξη «φορολογικό» με το λήμμα, «ασφαλιστικό», είπε:

«το ασφαλιστικό νομοσχέδιο δεν θα έχει εισπρακτικό στόχο και θα κινείται στην κατεύθυνση ενός δίκαιου και βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος, επιδιώκοντας τον εξορθολογισμό, τη δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων και τη δυνατότητα να παρέχονται όσο γίνεται καλύτερες υπηρεσίες και παροχές προς τους ασφαλισμένους, ώστε να πιάνουν τόπο οι εισφορές τους.»

Οι δηλώσεις αυτές, όμως, είχαν γίνει προηγουμένως για το φορολογικό νομοσχέδιο ως εξής:

«το φορολογικό νομοσχέδιο δεν θα έχει εισπρακτικό στόχο και θα κινείται στην κατεύθυνση ενός δίκαιου και βιώσιμου φορολογικού συστήματος, επιδιώκοντας τον εξορθολογισμό, τη δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων και τη δυνατότητα να παρέχονται όσο γίνεται καλύτερες υπηρεσίες και παροχές προς τους φορολογούμενους, ώστε να πιάνουν τόπο οι εισφορές τους.»

Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσαν να έχουν την ίδια ακριβώς μορφή όλες οι κυβερνητικές δηλώσεις, για όλα τα υπόλοιπα νομοσχέδια που θα φέρει μέχρι τις εκλογές στη Βουλή, η κυβέρνηση.

Επιτέλους να μην ταλαιπωρείται άλλο το ρεπορτάζ. Ίδια δήλωση για όλα!

Μια ξεπατικωτούρα, δηλαδή!

Ο ΑΓΙΟΣ

Τον άφησαν ξεκρέμαστο

Ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί και η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκέλα Μέρκελ απέρριψαν με τρόπο κατηγορηματικό για άλλη μία φορά, συνομιλώντας σήμερα στο Παρίσι, κάθε μορφής ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνοντας ότι η Άγκυρα μπορεί μόνον να επωφεληθεί από μία «προνομιακή εταιρική σχέση».

Βρε παλιόπαιδα, τον Καραμανλή τον ρωτήσατε;

Και όλα αυτά που έλεγε προχθές στο κουμπάρο τι ήταν… κουβέντες του αέρα;

Είχε δίκιο ο μακαριστός…μακριά από τη Δύση. Δεν αντιλαμβάνονται το συμφέρον της χώρας μας! Άφησαν τον πρωθυπουργό ξεκρέμαστο.

Ο ΑΓΙΟΣ

Άπληστοι και Αχόρταγοι

Υπουργός Δικαιοσύνης για το σκάνδαλο Siemens:

«Όποιος πλήρωσε ή πληρώθηκε, θα πληρωθεί αναλόγως.


Όχι, ρε παιδία κι άλλα… δώσαμε-δώσανε …μπάστα!

Εκλογές τον Μάρτιο


Καμιά αμφιβολία δεν υπάρχει πλέον ότι οδεύουμε προς γενικές εκλογές την άνοιξη.

Η νέα δημοσκόπηση της MRB που εμφανίζει τον δικομματισμό να υποχωρεί ακόμη περισσότερο, αρκετά κάτω του 60%, που σύμφωνα με τους εκλογολόγους αποτελεί το κάτω όριο της επιβίωσης του, σε συνάρτηση με το προβάδισμα που δείχνει να έχει η ΝΔ ως προς το ΠΑΣΟΚ και την ανάλυση ποιοτικών χαρακτηριστικών του «εκλογικού» δείγματος, καθιστούν επιβεβλημένη την προσφυγή στις κάλπες από τον Καραμανλή.

Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να υπάρξει «σιωπηρή» συγκατάθεση του Γ. Παπανδρέου, καθώς το Σύνταγμα δεν παρέχει στον Καραμανλή τη δυνατότητα να απαιτήσει τη διάλυση της Βουλής, κατά τον πρώτο χρόνο της τρέχουσας κυβερνητικής θητείας.

Αυτό, ασφαλώς, δεν είναι ζήτημα, καθώς οι κάλπες θα επιφέρουν άμεση εκτόνωση όχι μόνο από το ζοφερό κλίμα των σκανδάλων που πλήττουν τη κυβέρνηση και κυρίως τον πρωθυπουργό, αλλά επιπλέον θα λυτρώσουν και τον Γιώργο, ο οποίος ταλαιπωρείται από τον εσωκομματικό ανταγωνισμό του Βενιζέλου.

Οι αιφνιδιαστικές εκλογές, που θα διεξαχθούν με «λίστα», άρα θα ενισχύσουν την προνομία του αρχηγού στο κόμμα, θα πετύχουν να αναστείλουν τις τάσεις απόσχισης των φιλόδοξων δελφίνων στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ και θα συγκρατήσουν με τεχνητό πολιτικό φράχτη, για άλλη μια φορά, τα «πρόβατα» στο κομματικό μαντρί.

Η πανελλαδική δημοσκόπηση της MRB έγινε στις 27 και 28 Ιανουαρίου σε δείγμα 1.012 ατόμων με δικαίωμα ψήφου.
Στην πρόθεση ψήφου, η ΝΔ συγκεντρώνει 29,2%, το ΠΑΣΟΚ 25,9%, ο ΣΥΝ 9,1%, το ΚΚΕ 8,1%, το ΛΑΟΣ 4,2%, άλλο κόμμα 3,3%, λευκό 2,6%, άκυρο 1,2% και οι αναποφάσιστοι συγκεντρώνουν το 11,2%. Δεν απάντησε το 5,2%.

Για να δούμε την τάση αξίζει να σημειώσουμε ότι στην προηγούμενη δημοσκόπηση της ίδιας εταιρείας, που είχε πραγματοποιηθεί στις 8 Νοεμβρίου 2007, η διαφορά ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα ήταν 3,9% ( ενώ τώρα μειώθηκε στο 3,3%). Συγκεκριμένα, η ΝΔ συγκέντρωνε το 35,6%, το ΠαΣοΚ το 31,7%, το ΚΚΕ 7%, ο ΣΥΝ 6,5%, και το ΛΑΟΣ 3,2%.

Ενδιαφέρων παρουσιάζει επίσης ο πίνακας για την εικόνα της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Την καλύτερη εικόνα εμφανίζουν τα μικρά κόμματα

Συγκεκριμένα ο ΣΥΝ με ποσοστό 35,4%, ακολουθεί το ΚΚΕ με 25,6 και το ΛΑΟΣ με 25%. Οι θετικές κρίσεις για τη ΝΔ είναι 23,1% και για το ΠASOK 14,6%.

Ο ΑΓΙΟΣ

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

Η εξομολόγηση

Ένα προφητικό κήρυγμα με πολλούς αποδέκτες, απίθανα επίκαιρο στις μέρες μας, απηύθυνε στους πιστούς στον Άγιο Παντελεήμονα, Ιλισού (31 Οκτωβρίου 2004), ο Χριστόδουλος:

«Αλλά σκεφθείτε πού έχουμε φθάσει. Σε ποιο κατάντημα έχει φθάσει σήμερα η ανθρωπότητα, η οποία αυτό που είναι αμαρτία βοώσα και κράζουσα θέλει να την καλύψει. Να μη λέμε, να μη μιλάμε, γιατί ενοχλούνται αυτοί που έχουνε το κουσούρι, γιατί θέλουνε όλοι οι άλλοι να το παραδεχθούν ως μια φυσιολογική κατάσταση. Κανείς δεν είπε ότι πρέπει να πάρει κανείς το κεφάλι όλων των αμαρτωλών, γιατί, αν ήταν έτσι, πρώτα εγώ είμαι αμαρτωλός που τα λέω αυτά και επομένως πρώτα το δικό μου κεφάλι θα έπεφτε. Χάρις εις την εύνοια, στην πρόνοια, στην αγαθότητα του Θεού, είναι τα κεφάλια μας στη θέση τους».

Τα είπε όλα και εξομολογήθηκε, αλλά κακώς ενέπλεξε τον Θεό σε αυτή την υπόθεση!

Τα κεφάλια τους είναι στη θέση τους εξαιτίας της ανοχής ή της βλακείας μας και αυτό δεν γνωρίζω …αν είναι θέλημα Θεού!

Αν είναι, τότε, πράγματι, ο Θεός είναι μαζί τους…και βοήθεια μας!

Περί ηθικής και ευελιξίας το ανάγνωσμα…

Ο Χριστόδουλος δεν δήλωσε ποτέ πολιτικός, ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, υπεράνω της πολιτικής, αν και ιερουργούσε πάντοτε πολιτικά:

«Το θέμα των ταυτοτήτων από μόνο του τίθεται στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές. Δεν είναι δυνατόν τα κόμματα να ζητούν την ψήφο του λαού και να αγνοούν τη θέληση των 3.000.000 ψηφοφόρων»
Δήλωνε στις 24 Μαρτίου 2002 στον Ελεύθερο Τύπο.

Η Νέα Δημοκρατία δεν αγνόησε την «θέληση» των ψηφοφόρων του άτυπου δημοψηφίσματος- Χριστόδουλου και έσπευσε να το «επικυρώσει» δια του αρχηγού της Κ. Καραμανλή. Ως εκ θαύματος, όμως, σε λίγο που με τις ευλογίες Χριστόδουλου έγινε κυβέρνηση, έγραψε στα παλαιότερα των κυβερνητικών υποδημάτων της τα τρία εκατομμύρια πολιτών, που προδήλως παραπλάνησαν Ιεράρχες και δεξιοί κομματάρχες – αν και εκείνη την περίοδο, κάλλιστα, αναφερόμενοι στους πρώτους θα μπορούσαμε να εννοούμε τους δεύτερους: οι ιδιότητες ταυτίζονταν.

Την ερμηνεία της υποκριτικής και πολιτικάντικης στάσης του Χριστόδουλου στο θέμα, είχε φροντίσει να δώσει ο ίδιος την 21η Αυγούστου, 2001 στο Βόλο. Είχε πει:

«Οι άνθρωποι που έχουν πολιτικές σκέψεις κάνουν και πίσω, αυτό δεν σημαίνει ήττα, είναι πολιτική ευελιξία».

Ήταν, τελικά, ο μακαριστός ευέλικτος …πολιτικός.

Μετ' ευχών διαπύρων…

Ο μακαριστός Χριστόδουλος, όπως θα γνωρίζετε, δεν πήρε χαμπάρι την χούντα γιατί, όπως δήλωσε, τότε διάβαζε!

Όταν όμως κατάλαβε, επί τέλους, περί τίνος επρόκειτο …την ευλόγησε!

Επιστολή του Χριστόδουλου στον Στ. Παττακό με αφορμή την αυτοβιογραφία του αρχιπραξικοπηματία:

«Στρατηγέ,

Με ιδιαίτερη χαρά έλαβα το πόνημα με τον τίτλο "Οδοιπορικόν ενός στρατιώτου 90 ετών", το οποίον είχατε την ευγενή καλωσύνην να μου αποστείλετε και σας ευχαριστώ πολύ. Το αποσταλέν βιβλίον σας, στις σελίδες του οποίου εκθέτετε τις σκέψεις, τις επισημάνσεις, τις τοποθετήσεις σας σχετικά με περιστατικά, επεισόδια και γεγονότα από την μακρόχρονη διαδρομή και πορεία της ζωής σας, εντυπωσιάζει τον αναγνώστην με την απλότητα και την γλαφυρότητα του λόγου, το ανυπόκριτο πατριωτικό φρόνημα και την πηγαία ειλικρίνεια, τη συγκινητική εξιστόρηση και τη διάθεση αυτοκριτικής και αυτοσαρκασμού. Οπως προκύπτει από τα γραφόμενά σας και την αυτοβιογραφούμενη σταδιοδρομία σας, υπήρξατε εκφραστής ξεχωριστών προσόντων και αρετών και γράψατε ιστορία, την οποίαν ο ιστορικός του μέλλοντος καλείται να εκτιμήσει και να προσδιορίσει. Εύχομαι ο Δομήτωρ Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο δίκαιος Κριτής πάντων, να σας χαρίζει πλούσια την Χάριν και την ευλογίαν Του».

Μετ' ευχών διαπύρων

Ο Αθηνών Χριστόδουλος - 31 Μαΐου 2001

Κάτω ο Μότσαρτ!

Το καλύτερο σχόλιο, που αναδεικνύει την έλλειψη παιδείας και σοβαρότητας στην Ελλάδα, αλλά και την περίσσεια λαϊκισμού και ψευδο-κουλτούρας το διάβασα στο σημερινό « ΤΟ ΒΗΜΑ» με την υπογραφή «Πανδώρα»:

«Κινδυνεύουμε από τη Δύση».

"Είναι μια φράση από την ομιλία του εκδημήσαντος στο συλλαλητήριο της 14ης Ιουνίου 2000, στην οποία συμπυκνώνεται με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο η ιδεολογία που υπηρέτησε και προέβαλε. Ως προς τούτο λοιπόν, οπωσδήποτε ενέχει ειρωνεία το γεγονός ότι όλοι οι σταθμοί, τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί, πενθούν τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου Α΄ με τη μουσική του Μότσαρτ, του Μπετόβεν, του Σούμπερτ και άλλων..."

Κάτω ο Μότσαρτ, λοιπόν, και πάνω οι βυζαντινοί ύμνοι με χορωδία και συνθεσάιζερ!

Για το συνθεσάιζερ κρατώ βέβαια μια μικρή επιφύλαξη, καθώς δεν γνωρίζω αν έχει λάβει σχετική πιστοποίηση από την Εκκλησιά της Ελλάδος.
Ο ΑΓΙΟΣ

O Πολιτικάντης Χριστόδουλος

Με ιδιαίτερη προσοχή διάβασα την προσέγγιση στο «φαινόμενο» Χριστόδουλος, που επιχειρεί στα σημερινά «ΝΕΑ» ο σημαντικός αναλυτής, καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μάριος Μπέγζος.

Ο Καθηγητής μεταξύ άλλων επισημαίνει:

«…συζητήσιμη υπήρξε η προσωπικότητα του απελθόντος Προκαθημένου για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο συγκρουσιακός τρόπος διαχείρισης των εκκλησιαστικών πραγμάτων άνοιγε διαρκώς νέα μέτωπα από την ελληνική Πολιτεία (ταυτότητες, σχολικά βιβλία κ.λπ.) μέχρι την Ορθόδοξη Εκκλησία (Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ιεροσόλυμα κ.λπ.). Ο νεοσυντηρητισμός των θέσεών του («πίσω ολοταχώς», «γραικύλοι φωταδιστές» κ.ά.) διαμόρφωνε έναν «αναχρονιστικό εκσυγχρονισμό» της Εκκλησίας»

Ως μη ειδικός στα εκκλησιαστικά και την θεολογία δεν θα αποτολμήσω να διαφωνήσω με τον Μπέγζο.

Θα ήθελα, όμως, να επισημάνω ότι, τα αμφιλεγόμενα χαρακτηριστικά της πολιτείας Χριστόδουλου, παραπέμπουν σε έναν ψευδο-πολιτικό ηγέτη περισσότερο, παρά σε ορθόδοξο Ιεράρχη.

Ο Χριστόδουλος χρησιμοποίησε το σχήμα και το ράσο του χέρι-χέρι με τη διαπλοκή, για να προπαγανδίσει πολιτικές επιλογές και ιδεολογικές κατευθύνσεις. Άντλησε νομιμοποίηση όχι από το ποίμνιο, αλλά από τους νταβάδες και την κυβέρνηση που τον προβάλανε με έναν μοναδικό τρόπο στα χρονικά της μεταπολίτευσης.

Ο Χριστόδουλος υπήρξε, πρωταρχικά, ο αγαπημένος του συστήματος και ο συγκρουσιακός χαρακτήρας, που εκδήλωσε συγκυριακά, αφορούσε απλά και μόνο στην επιμονή του να αναχθεί σε μορφή εθνάρχη που θα υπαγορεύει, όταν δεν εκβιάζει συγκεκριμένες πολιτικές στη κάθε κυβέρνηση και τα όργανα του κράτους.

Με την έννοια αυτή, ο Χριστόδουλος αποτέλεσε δομικό στοιχείο της παραεξουσίας στην Ελλάδα.
Ο ΑΓΙΟΣ

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Πάμε κηδεία…και όχι πορεία

Μετά την απόφαση της Διοίκησης της ΔΕΗ ΑΕ να αναστείλει την προγραμματιζόμενη για αύριο (Τρίτη) συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, λόγω εθνικού πένθους, η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ-ΚΗΕ εκτάκτως αποφάσισε την αναστολή της αυριανής 24ωρης απεργιακής κινητοποίησης και του συλλαλητηρίου.

Έτσι θα γινόταν και στο Ιράν!

Η χώρα χρειάζεται προσευχή και πνευματική ενατένηση!

Είναι η πλέον σίγουρη οδός για απο-σκανδαλισμό της κοινής γνώμης και λύτρωση του πολιτικού συστήματος και των υπερκορεσμένων από έριδες τηλεπαρουσιαστών.

Κάνε ένα διάλλειμα …κάνε εθνικό πένθος!

Ντύσε με μαύρο το πρόβλημα …του πάει!

Οι Γενναίοι και οι Χριστόδουλοι

Χριστόδουλος και Γενναίος δεν γίνεται!

Είναι έννοιες ασυμβίβαστες…στο κόσμο των ανθρώπων.

Το τετραήμερο(!) πένθος για τον θάνατο του Χριστόδουλου δεν είναι ύμνος στη γενναιότητα, είναι η ραψωδία της αυταρχικής εξουσίας, που βρήκε τρόπο να διασκεδάσει τα σκάνδαλα της, και το γνωστό τροπάριο των λαθραίων της ζωής.

Ο δικός μου ψαλμός, αυτές τις ώρες, έρχεται να συναντήσει την ωδή του ποιητή Ο. Ελύτη:

« η αληθινή γενναιότητα πρέπει να βαπτιστεί στο πέλαγος και να φέρει κάτι από το μελτέμι στους ογδόους ορόφους των πολυκατοικιών, πρέπει να αφήσει τα πεδία των μαχών [ και αυτά των ψευδώνυμων, προσωπικών μαχών με το θάνατο] και να αναπτυχθεί στον έρωτα και στα βιβλία, να βγει με άλλο ομορφότερο όνομα κι εκεί να περιμένει»
Ο ΑΓΙΟΣ

Οι ήρωες πεθαίνουν σαν τον Χριστόδουλο!

Θυμώνω και παράλληλα θλίβομαι για το επίπεδο του πολιτισμού μας, όταν ακούω μηνύματα της ηγεσίας που αναφέρονται σε ηρωικές μορφές σύγχρονων τους ηγετών, οι οποίοι, σύμφωνα με αυτά, φέρεται να έδωσαν, ως μοναδικοί μαχητές, ένα ανεπανάληπτο αγώνα θάρρους και αυταπάρνησης με τον χάροντα στα μαρμαρένια αλώνια!

Ο ηρωισμός της ηγεσίας, έτσι, δεν αναφέρεται στο δημόσιο βίο και την πολιτεία της, αλλά στις ιδιωτικές της στιγμές.

Αν διαβάσετε τα μηνύματα των λογής-λογής ηγετών στη χώρα, για το θάνατο του Χριστόδουλου, θα ανατριχιάσετε, ίσως, από το πολιτισμικό επίπεδο που καλλιεργείται στην Ελλάδα.

O Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας έκανε την ακόλουθη δήλωση: «Εκφράζω τη θλίψη μου για το θάνατο του Προκαθημένου της Eκκλησίας της Ελλάδος. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος υπήρξε εξέχων Ιεράρχης με πλούσια και πολύπλευρη προσφορά, ο οποίος με την ανεξάντλητη ενέργειά του αγωνίστηκε για μια ζωντανή και μαχόμενη Εκκλησία. Με τη στάση του απέναντι στο καταλυτικό γεγονός της ασθένειας και του θανάτου μας συγκλόνισε στέλνοντας ένα μοναδικό μήνυμα θάρρους και αξιοπρέπειας».

Ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής, είπε: «Διερμηνεύοντας, είμαι βέβαιος, τα αισθήματα των Ελληνίδων και των Ελλήνων, εκφράζω τη θλίψη μου για την κοίμηση του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου… Η γενναιότητα και η καρτερία που επέδειξε τις δύσκολες ώρες της προσωπικής του μάχης αγγίζουν τις καρδιές όλων μας»

O δήμαρχος Αθηναίων Νικήτας Κακλαμάνης δήλωσε: «Σήμερα, ημέρα πένθους και περισυλλογής για ολόκληρο το λαό μας, θα ήθελα να εκφράζω τη βαθύτατη θλίψη μου για την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου μας. Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος ως τις τελευταίες στιγμές της ζωής του στάθηκε όρθιος με απαράμιλλο ψυχικό σθένος…»

Η Υπουργός των Εξωτερικών, κα Ντόρα Μπακογιάννη, δήλωσε, μεταξύ άλλων:«Εκφράζω τη βαθύτατη θλίψη μου για την κοίμηση του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδας Χριστόδουλου… Η γενναιότητα, η ηρεμία και η αξιοπρέπεια, με τις οποίες αντιμετώπισε την τελευταία, δυσκολότερη, μάχη της ζωής του, έχουν αγγίξει τις καρδιές των Ελλήνων και των Ορθοδόξων όπου γης, αποτελώντας για όλους ένα μάθημα πραγματικού Χριστιανικού ήθους και θάρρους».

Ο Δ. Αβρομόπουλος δεν θα μπορούσε να μη δώσει το στίγμα του, λέγοντας: Εκφράζω τη βαθύτατη θλίψη μου για την κοίμησή του και το θαυμασμό μου για τον προσωπικό αγώνα που έδωσε με καρτερικότητα και ψυχικό σθένος μέχρι τις τελευταίες στιγμές του.

Μετά από αυτό το μικρό δείγμα δηλώσεων φορέων της πολιτείας και μην αντέχοντας να παρουσιάσω περισσότερες, καθώς όλες κινούνται στο ίδιο πνεύμα, νομίζω ότι δικαιούμαι να συμπεράνω:

Οι Έλληνες ηγέτες, λοιπόν, δεν πεθαίνουν ως ήρωες, αλλά οι ήρωες πεθαίνουν σαν τους Έλληνες ηγέτες, ποιμαντικούς, λαϊκούς, δεσποτικούς και τυχάρπαστους!
Ο ΑΓΙΟΣ

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

αυτοκτονικός ιδεασμός

- Γιατρέ, πόσος χρόνος απαιτείται για την μετάβαση από τον αυτοκτονικό ιδεασμό στην πράξη της αυτοχειρίας;

- Μα δεν σου είπε ο δικηγόρος σου; Όσο χρόνο χρειάζονται ανακριτής και εισαγγελέας να σε μετατρέψουν από μάρτυρα σε βασικό κατηγορούμενο.

Ο αυτοκτονικός ιδεασμός είναι η φράση – κλειδί της βδομάδας που μπαίνει.

Είναι η φράση που θα συνταράξει βαθιά (αν και είναι πλεονασμός) το συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα.

Μήπως, τελικά, πάσχοντες συλλογικά από έξαρση αυτοκτονικού ιδεασμού γλυτώνουμε την αυτοκτονία;
Ερώτηση, για πολύ γερούς λύτες των ψυχολογικών μυστηρίων, ή και του δικαστικού ρεπορτάζ.

Η αλήθεια είναι ψηφιακή

Ρωτά η ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ από τις στήλες του σημερινού «Βήματος» τον σημαντικό, ευρωπαίο δάσκαλο φιλοσοφίας και ακτιβιστή Αλέν Μπαντιού:

- Ερχεστε στην Αθήνα σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης που περιλαμβάνει απόπειρες αυτοκτονίας, κακοδιαχείριση δημοσίου χρήματος, συναλλαγές δημοσιογράφων, γυμνές φωτογραφίες και κυβερνητικά ψεύδη. Υπάρχει τρόπος να απαιτήσουμε την αλήθεια;

Και ο Μπαντιού απαντά:

«Η διάδοση της αλήθειας θέλει οργάνωση και χρόνο. Στη Γαλλία συμβαίνει το ίδιο, τα μέσα ενημέρωσης είναι στην υπηρεσία των εξουσιών, όχι τόσο της πολιτικής αλλά της οικονομικής εξουσίας. Η μάχη απέναντι στα επίσημα ψέματα μπορεί να γίνει μέσα από περιθωριακούς δημοσιογράφους που είναι τίμιοι, με τη χρήση του Διαδικτύου, το ελεύθερο ραδιόφωνο. Οι αντιδράσεις μας πρέπει να συνάδουν πάντα με το μέγεθος του κακού».

Δεν έχει άδικο!

Τα κοπροσκούληκα και τα κυριλεσκούληκα

Του Αγίου

Επιτέλους η υπόθεση εργασίας του καθεστώτος που αγωνίζεται τούτες τις μέρες να περισώσει τη δομή και να δώσει νέα πνοή στη λειτουργία του, ανήχθη σε «θεωρεία» από το έγκριτο «Βήμα»:

«Υπόκοσμος και παρακμή πλήττουν τον δημόσιο βίο και οδηγούν σε απαξίωση το πολιτικό σύστημα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα σκουπίδια της πολιτικής και της δημοσιογραφίας πνίγουν κυριολεκτικά τον τόπο.»

Απ’ ότι αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, το πολιτικό σύστημα δεν πλήττεται από τον πολιτισμό και τις πρακτικές που το ίδιο υιοθέτησε, αλλά από κάποια στοιχεία του υποκόσμου που παρείσφρυσαν σε αυτό. Κάποια κοπροσκούληκα, που είπε και ο Ν. Κωνσταντόπουλος. Ο υπόκοσμος αυτός, σύμφωνα με τη «νέα θεωρεία» αυτοσυντήρησης του συστήματος της διαφθοράς και της διαπλοκής, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του δικομματισμού και της διαπλοκής του με τους λογής-λογής νταβάδες, αλλά είναι το σκουπίδι που κάλυψε την πρόσοψη του αγνού και λειτουργικού συστήματος διακυβέρνησης και των έντιμων μελών του πολιτικού προσωπικού και της ολιγαρχίας στο χώρο της επικοινωνίας και του πολιτισμού!

Τώρα, ήρθε η ώρα οι έντιμοι διαπλεκόμενοι να πάρουν σκούπα και φαράσι. Να μαζέψουν τα σκουπίδια τους και να ανακαινίσουν την πρόσοψη του Μεγάρου, το οποίο με ιδιαίτερη επιμέλεια έστησαν τόσα χρόνια με έξοδα των Ελλήνων πολιτών. Στο Μέγαρο της διαπλοκής δεν έχουν θέση φθαρμένα υλικά. Όσα μέλη του συστήματος αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή του μηχανισμού άσκησης της διαπλοκής και έχουν ήδη φθαρεί εξ αιτίας της τριβής τους, κυρίως με τα ομοειδή γρανάζια του καθεστωτικού μηχανισμού, πρέπει αμέσως να αποσυρθούν από την κυκλοφορία και να αντικατασταθούν με άλλα.

Η «νέα θεωρεία» έχει αποσαφηνίσει το πρόβλημα: Είναι κάτι άπληστοι νεο-εκδότες και τηλε-δημοσιογράφοι που παραπλάνησαν κάτι ανίδεους πολιτικούς και το επιτελείο του πρωθυπουργού και βυσσοδόμησαν εναντίον του ανυποψίαστου Καραμανλή και των ανυπεράσπιστων οικονομικών συμφερόντων που ελέγχουν τα ΜΜΕ στην Ελλάδα!

Η λύση είναι πλέον καταφανής: Η κοινωνία πρέπει να συνδράμει τους νταβάδες και το πολιτικό σύστημα για να απαλλαγούν από τα κοπροσκούληκα, τα οποία μολύνουν με την παρουσία τους τα πολύτιμα υλικά του Μεγάρου και κυρίως προσβάλλουν την αισθητική του!

Τώρα, αν αναλογιστεί κανείς ποιοι είναι αυτοί που καλλιέργησαν τα κοπροσκούληκα, ποιοι είναι εκείνοι που συνέβαλαν στην αναπαραγωγή τους και τη μεγέθυνση του πληθυσμού τους, ποιοι τα ταΐζανε τόσα χρόνια και τα προέβαλαν ως ζωτικούς οργανισμούς της δημοκρατίας, ίσως να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι γεννήτορες των κοπροσκούληκων είναι οι κυριλεσκούληκοι, ή ότι οι πρώτοι προήλθαν από μετάλλαξη των δεύτερων στο πλαίσιο του ολιγαρχικού συστήματος άσκησης της εξουσίας στη χώρα. Με αυτή την έννοια, η «νέα θεωρεία» πολιτικού συστήματος και νταβάδων, να καθαρίσουν, δηλαδή, τα κοπροσκούληκα, αποτελεί μορφή πολιτικού και κοινωνικού κανιβαλισμού.

Οι κανίβαλοι αποθρασύνθηκαν, τώρα που η διαπλοκή- τους βρικολάκιασε!

The impoverished social of societal governance

By Janet Newman

"to attempt explanations without reference to the meanings and values held by actors, and without regard to their underpinning symbolic codes, is to provide a very thin account of reality" (Freeman and Rustin)

Governance theory, unsurprisingly, tends to conceptualise 'the social' through frameworks in which governance is itself the primary analytical concept and the social a residual category. The social is viewed as something defined by its 'other-ness' to the state and economy: as an entity to be governed, a resource to be mobilised, or the site of social reproduction. The result tends to be a 'thin' conception of the social. A 'thick' conception of the social is one that not only takes account of the lived experience of social actors but one that views the social as an intractable and contested domain rather than simply an object or effect of governmental practices.

I want to begin by tracing a number of different critiques of the governance literature that might be made from a standpoint that privileges 'the social' dimensions of societal governance. The critiques operate unevenly across the literature depending on the theoretical approach taken by different writers. In this brief sketch it is likely that I will be charged with having misrepresented those I am critiquing. Theoretical work is always incomplete and exists in dynamic interactions with other theoretical traditions. So for example Rod Rhodes, rooted in political economy and one of the architects of the market/hierarchy/network models pervading political science conceptions of governance (Rhodes ), by 2000 was arguing for a more ethnographic approach to the study
of governance (Rhodes). Henrik Bang, one of the continental European writers on
collaborative governance, developed, with Sorenson, the concept of the 'everyday' maker
that foregrounds the study of patterns of civic engagement in everyday life in a way that
has clearly been influenced by feminist sensibilities, not least in their depiction of the
everyday maker as 'she' throughout the narrative (Bang and Sorensen). However my
purpose here is to highlight trends and tendencies in the literature and the ways each
might produce an impoverished conception of the social.

The subordination of the social
The governance literature tends to depict the social as something distinct from economy
or state: as the realm of civil society, the domain in which networks of actors are drawn
into governance processes; as the site of intractable governance problems; or as the place
where social reproduction takes place. That is, it is something 'other' and separate, as in
the oft quoted triad of market, state and civil society, a triad in which civil society tends
always to be positioned as subordinate and dependent. Work on network based
governance suggest a narrative of change in which networks are gaining increasing preeminence
over markets and hierarchy. While there is a clear equivalence between state
and hierarchy, markets and exchange, it is less clear what networks denote. Sometimes
they imply a weakening of the boundary between public and private sector, as in the
analysis of public-private partnerships. Sometimes networks are viewed as
encompassing voluntary and other third sector organisations, conceptualised in the
language of civil society. Sometimes it is the public themselves that are to be drawn into
collaboration with state and non state actors, with communities being viewed as a
governance resource. The slippage between these conceptualisations muddies the
analytical water but in each case the social that is called into being in theories of network
governance tends to be under-theorised.

The neo-Marxist regulation school offers a more theoretically developed conception of
the social but nevertheless conceptualises it as a subordinate category. For example
Jessop situates his analysis of governance in the dynamics of the capitalist state, making a
clear distinction between the 'economic' and the 'extra economic'. The neo-liberal roll
back of the state, driven by economic processes of capital accumulation, "tends to
displace the burdens of adjustment and market failure onto the family (for which read, in
most cases, women) or the institutions, networks and solidarities of civil society".
He recognises the significance of domestic labour in the process of social
reproduction and notes that the growing significance of such labour performed outside
the cash nexus means that "the family and/or household forms (and hence gender and
intergenerational relations too) are always objects of governance as well as sites of
struggle". However gendered inflections and racialised or sexualised
characteristics are deemed to be merely 'secondary variations' of the key features of the
Keynesian welfare state. The economic/extra-economic duality of capital
accumulation is replicated in his analysis of the Shumpterian workfare state in which the
concept of the 'lifeworld' is mobilised: "In the latter [lifeworld] respect, welfare regimes
are heavily implicated in governing the economic, gender, ethnic, intergenerational and
many other aspects of the division of labour throughout the social formation. Indeed, they
also contribute to the 'labour of division' through their differential treatment of existing
social identities and/or their creation of other social identities". Here there is
a recognition that the practices of societal governance contribute to the classification and
normalisation of individuals and groups, and that such classifications act as a basis for
differential treatment and produce processes of social inclusion and exclusion. However
the social is derived from and subordinated to the economic processes of capitalist
accumulation.

The social as source of governance problems
The literature from continental Europe is more evidently 'social' in its focus. Here the
social is viewed both as a source of governance problems (new social needs) and as a
resource to be utilised (social actors being drawn into reflexive processes of
collaboration). Economy and society are conceptualised as interdependent elements of an
overall system that is to be steered through governance processes. Changes in the
economy are viewed as impacting on society, raising new problems that require different
approaches to the process of governing. Growing social complexity, the development of
greater access to information and other social changes make the task of governing more
difficult, and produce a greater reliance on networks in order to draw social actors into
the process of collaborative governance. For example Klinj explores the implications of
the 'network society' for the processes of governance. He links sociological work on
individualisation to the demise of social solidarities and the loss of attachment to political
parties and concludes that
"the rise of the network society will make society more fluid, more horizontal,
more pluralistic in values and less likely to be governed from above by public
actors. At the same time, problems in this society will call for more integral
solutions that have to be implemented with many different actors with different
knowledge of the issues involved" (Klinj).
Among writers on governance from Continental Europe, networks are viewed not just as
means of economic and political coordination but as a response to deep social changes.
Writing on the German experience, Messner highlights the growing social as well as
economic differentiation that poses problems of coordination in firms and societies alike.
In such conditions a Third Way form of collaborative governance is required:

"But a third way seems to be developed and not in terms of more 'neo-corporatist
arrangements'. … In the new forms of governance one can see a shift from a
unilateral focus (government or society separately) to an interactionist focus
(government with society)" (Kooiman).
This is more evidently 'social' in its attempts to link governance processes to social, as
well as economic, change. However it makes rather sweeping assumptions about the
characteristics of the social and the direction of social change. Rather than the social
being subordinated to the economic, it is collapsed into it as part of an interactive system.
The result is a 'thin' conception of social change.

The social as a-political
Third, the social tends to be conceptualised as an apolitical entity, stripped of questions of
tension or antagonism. In the work of many continental European governance theorists,
the close links with systems and cybernetic theory produce a tendency to view systems as
inherently adaptive or self-balancing, rather than as the site of unresolved conflicts or
tensions. Kooiman's notion of dynamics rests on an image of "societies moving from one
state to another, in irregular and unpredictable patterns: pushed, drawn or in other ways
influenced by technological, economic, social or political forces" (2003 p 199). These
forces sometimes produce gradual (evolutionary) developments, but more often result in
non-linear patterns of change. Tensions exist, are part of the dynamics; but how these
might become the focus of antagonism or open up contradiction that might become the
focus of social and political mobilisation is not addressed. Governing diversity, for
Kooiman, means finding ways of balancing difference and similarity within a system.
The desired state is one where the forces produced out of the politics of identity, diversity
and difference are balanced by forces that provide integration and coherence; that is,
producing a system in equilibrium.

This can be contrasted with Rose who represents the programmes and technologies of
governance as assemblages that may not necessarily be coherent:
"There is not a single discourse or strategy of power confronted by forces of
resistance, but a set of conflicting points and issues of opposition, alliance and
division of labour. And our present has arisen as much from the logics of
contestation as from any imperatives of control" (Rose).
The processes of contestation are, however, not the focus of his analysis.
The social as gender and racially blind Fourth, the social tends to be conceptualised as gender and racially blind. This takes different forms across different literatures. Work on networks is strongly associated with economic models of coordination, models in which the actor is conceptualised as a rational, instrumental being stripped of social characteristics.
The more 'social' governance literature from continental Europe acknowledges questions of diversity, but the diversity is itself a 'thin' diversity in which gendered or racialised differences would be construed as formal properties of elements within the system, rather than as socially constructed distinctions and positions.

"Governing diversity means influencing diverse social or natural entities by
protecting, maintaining, creating, promoting or limiting the similarities or
differences of their qualities".

Diversity, then, has its boundaries.

Work associated with the regulation school is concerned with the state's role in the social
reproduction of labour power, so necessarily addresses questions of the family, questions
that cannot be stripped of gender. Indeed Jessop highlights tensions in the ways in which
women are positioned in the process of capital accumulation, both in reproducing labour
in their familial roles and as subject to strategies of re-commodifying women's labour in
the search for workforce flexibility. But such issues are not central to the analysis, as he
himself acknowledges. Questions of gender and race are implicated in the
analysis of the outcomes of neo-liberal welfare state restructurings. However governance
is driven, in this account, by the processes of social reproduction required by capital, and
the divisions produced are formed through the division of labour. Gender, race,
generation and so on are not conceptualised as specific formations with their own
dynamics but always as part of a list in which they are constituted as both separate and
equivalent.

The 'unplaced' social
The final problem - for now - with many conceptualisations of the social is that they are
universalising across spatial differences. Nation states present distinctive cultural and
social formations and are associated with different governance traditions and strategies.
The depiction of 'collaborative' relationships between state and society in Scandinavian
and some German writings rests on historically embedded networks drawing voluntary
and other bodies into the process of governing. The focus on network governance
represents specific forms of economic and policy coordination that might be linked to the
emergence of Third Way attempts to transcend both market and state solutions to
governing (see Newman 2004). Rose's work on governmentality is derived from an
anglo-centric conception of the hegemony of the form of advanced neo-liberalism
established in the US, UK and Australasia. Each addresses a different problematic and
the conceptualisations of the relationship between state and society reflect the political
and cultural traditions on which they draw. This does not mean that governance regimes
are delimited by nation states. In a globalising world characterised by neo-liberalism as a
dominant transnational political force this is far from the case. However the ways in
which nation states - and transnational bodies such as the EU - respond to the challenges
of governing in this global context, and the conceptions of 'the social' on which they draw
in doing so, are shaped by culture as well as driven by economic imperatives. As well as
reminding us of the cultural contexts that inform specific bodies of theory, a cultural
analysis can also 'spatialise' governance itself, illuminating the spatial characteristics of
social practices, social relationships and the moral and political orders associated with
particular sites (Knowles).

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2008

Περί πολιτισμού και εξουσίας

Αισθάνομαι ιδιαίτερα όμορφα, αν και κάπως αμήχανα, όσες φορές παρατηρώ κάποιους άλλους να λένε τα ίδια με εμένα, αλλά πιο σχηματικά, περισσότερο...καλο-μονταρισμένα.

Κάτι ανάλογο έπαθα σήμερα διαβάζοντας στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - 27/1/2008»,
το άρθρο του Μάνου Στεφανίδη, γράφει:

«Κοντολογίς ο πολιτισμός είναι το όλον, το αρχετυπικό αβγό της ανθρώπινης κοινωνίας, ενώ η εξουσία αποτελεί το κέλυφος που το συγκρατεί. Οταν οι εκπρόσωποι της εξουσίας είναι στοιχειωδώς καλλιεργημένοι, π.χ. οι Μέδικοι, ο Φρειδερίκος ο Μέγας, ο Τολιάτι, ο Αλεξ. Παπαναστασίου, ο Πομπιντού, ο Π. Κανελλόπουλος, απολαμβάνουν σεμνά και τον κρόκο και τ' ασπράδι.»

Και εγώ θυμήθηκα τη φράση του Edmund Burke, με την οποία σχολίαζε την επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία και την κυριαρχία του πολιτισμικού kitsch που τον χαρακτήριζε:

« Το μόνο που απαιτείται για την επικράτηση του κακού (και αποκρουστικού), είναι οι καλοί (και πολιτισμένοι) να μην κάνουν τίποτε.»

Τα ON-OFF και οι υποκριτές.


Του Αγίου

Σάλος έχει ξεσπάσει στο δημοσιογραφικό κόσμο στην Ελλάδα και ένα νέο «δίλλημα» μοιράζεται η δημοσιογραφία της χώρας με την κοινή γνώμη: έχει δικαίωμα ένας δημοσιογράφος να καταγράφει τη συνομιλία που έχει με έναν άλλο, δίχως τη ρητή συγκατάθεση του δεύτερου;

Όχι απαντά η ΕΣΗΕΑ, ενώ ταυτόχρονα τον αποτροπιασμό του εκφράζει και ο εισαγγελέας, ο οποίος σπεύδει να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση για το θέμα, ώστε να αναδειχθούν τα αδικήματα που διέπραξε ο δημοσιογράφος με το κασετοφωνάκι στο ON.

Ο θόρυβος για το ζήτημα είναι, ασφαλώς, δυσανάλογος με το θέμα, αλλά απόλυτα δικαιολογημένος, καθώς η υπόθεση αυτή έρχεται να ρίξει φως σε μια κρίσιμη πτυχή του σκανδάλου Μαξίμου-Ζαχόπουλου.

Μέσω της τηλεφωνικής συνδιάλεξης των δύο δημοσιογράφων αποδείχθηκε ότι ένα μεγάλο κανάλι, συντονίστηκε με την κατηγορούμενη στην υπόθεση Ζαχόπουλου, με σκοπό να παραπλανήσουν την δικαιοσύνη και να παραπληροφορήσουν τη κοινή γνώμη.

Ένα αδίκημα, δηλαδή, που ενδεχομένως διέπραξε ένας ρεπόρτερ, καταλήγει να αναδεικνύει μια σειρά άλλων σοβαρότερων και περισσότερο σκανδαλιστικών αδικημάτων μιας ομάδας ατόμων.

Και το θέμα ασφαλώς πάει και παραπέρα: καταδεικνύει το επίπεδο της δημοσιογραφίας στη χώρα, απομυθοποιεί ενώπιον της κοινής γνώμης φορείς, στους οποίους αυτή εμπιστεύεται την ενημέρωση της και προδηλώνει ενδεχόμενη συναλλαγή με το επιτελείο του πρωθυπουργού.

Και ενώ όλοι, θα περίμενε κανείς, να συγκλονιστούν από την ουσία της υπόθεσης, εστιάζουν στον τρόπο που ο ρεπόρτερ επέλεξε για να διασφαλίσει τις πληροφορίες που αποκόμισε από τον τηλεοπτικό δημοσιογράφο, που του αποκάλυψε ότι οι συνάδελφοί του στο κανάλι που εργάζεται, είχαν δει το υποκλαπέν υλικό το οποίο έγινε αιτία οι πιο κοντινοί άνθρωποι του πρωθυπουργού να εμπλακούν στη δίνη του σκανδάλου.

Έμπειροι δημοσιογράφοι περιφέρονται στα κανάλια και από παράθυρο σε παράθυρο διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πρωτοφανές (!) γεγονός δημοσιογράφος να καταγράφει τη συνομιλία του με την «πηγή» του, δίχως τη συγκατάθεσή της.

Η φαρσοκωμωδία, μάλιστα, αυτή, παίρνει διάσταση και επεκτείνεται σε όλα τα ΜΜΕ.
Η υποκρισία χτύπησε κόκκινο. Όλοι ξαφνικά θυμηθήκαν την περίφημη δημοσιογραφική δεοντολογία, την οποία έως τώρα είχαν γραμμένη στα παλαιά τους υποδήματα.
Φαίνεται να υμνούν την τυπικότητα, την οποία ελάχιστοι σεβάστηκαν στη δημοσιογραφική καριέρα τους, παραγνωρίζοντας με θράσος και προφανή σκοπιμότητα την ουσία και τα σκανδαλιστικά περιστατικά που εξευτελίζουν, όχι απλώς συναδέλφους τους, αλλά και ολόκληρο τον επαγγελματικό κλάδο, στο βαθμό που τους συμπαρίσταται.

Εν τέλει, όσοι από αυτούς τολμούν να καταγγέλλουν με θράσος τη μέθοδο που ακολούθησε ο Χίος για να αποκαλύψει ότι το MEGA γνώριζε το υλικό ή μέρος του υλικού που περιέχεται στο dvd, που είχε στη διάθεσή του ο πρωθυπουργός πριν να «απολύσει» τον Ζαχόπουλο, είναι μάλλον περισσότερο γελοίοι από αυτούς, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται άμεσα στην υπόθεση.

Αυτός, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας του, δεν κατέγραψε με ήχο ή εικόνα ανυποψίαστες «πηγές» του για να διασφαλίσει το ρεπορτάζ του, είτε δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός δημοσιογράφος, είτε είναι κοινός ψεύτης και υποκριτής.

Ας προσέξουμε, καθώς τελευταία, μέσα στη γενικότερη αναμπουμπούλα που προκαλεί η απομυθοποίηση του συστήματος, μπορεί να χαθεί και η στοιχειώδης λογική.
Μπορεί να φτάσουμε στο σημείο το ιδανικό μοντέλο δημοσιογραφίας να παραπέμπει απευθείας σε αυτό της ΕΡΤ. Δηλαδή, καλός δημοσιογράφος να θεωρείται αυτός που «μεταφέρει» ανακοινώσεις των φορέων της εξουσίας και των προσώπων που εμπλέκονται σ’ αυτήν…

Μήπως, όμως, έτσι το καθεστώς επιχειρώντας να απεμπλακεί από το σκάνδαλο, που δυναμιτίζει τα θεμέλιά του, καταλήγει να ορίζει τη δημοσιογραφία ως προπαγάνδα και τους δημοσιογράφους ως όργανα του προπαγανδιστικού μηχανισμού; Αναρωτηθείτε!

The Future of the European Social Model

1
ISCW European Regional Conference

Reflections andRecommendations from the workshops


2
Workshop 1 “Globalisation”

1 Globalisation is a political process. A political debate on globalisation is missing. It is now
(WTO, WB) on too technical bases. We need more balanced trade agreements (WTO)
=> We need more balanced trade agreements (WTO)
2 Globalisation means that there are winners and losers
3 Globalisation means more international exchange, but also
more unemployment
more inequality
more poverty
Still globalisation is a positive thing for many people.
4 Globalisation does not guarantee less inequality, that is why we need economic growths,
but also better redistribution
We need also more effective equality policy
5 Globalisation shows that national states are still crucial
Actors in international and national policies and we should take this into account for future
activities
6 Globalisation challenges financing or welfare states, we must move from social
contributions to taxation-based financial system
On European level: support more social services and also those third sector organisations
which are specialised in social services
ICSW could be an initiator of the kind of social reforms
7 We had macro-economic and social policy dialogue when we founded welfare states
We need now reconciliation between new macro-economic policies and new social policies
=> change in financing
=> employment friendly (activation; training; new services)
=> action at European level


3
Workshop 2 “Social rights and social justice”

1 priority should be given to a social rights-based approach (however, without raising
unrealistic expectations and taking into account socio-economic differences, different
availability of financial and technical resources between member states
- solidarity issues/issues related to social inclusion and social cohesion should be given
priority/high importance compared to freedom-based civic rights, inclusion should have
the same priority than free movement of workers or citizens as basic policy principle of
social protection
- solidarity and equal opportunities have to be translated into legal binding principles
- recognition of role of NGOs/social economy organisations which pursue social objectives
in a social market economy
2 stronger focus on transparent processes of communication and participation, more
inclusive processes and bottom-up influence related to issues of social rights and social
justice,
3 involve (based on procedural guarantees) civil society organisations in the definition and
monitoring processes related to social rights and social justice at national and European
level, i.e. strengthen role of civil dialogue, not only social dialogue
e.g. accept NGOs as actors in the collective complaint procedure of the European Council’s
European Social Charter, still to be ratified by all EU member states except for Finland
4 stronger/more binding recommendations in the OMC processes on social inclusion and
health & long-term care


4
Workshop 3 “Demographic changes”

1 looking at the demographic trends (fertility, longevity), you could be pessimistic about
the future of the ESM. But we should not use these data only to increase fear among
people.
The pure demographic ratios are not likely to improve in the coming years, but social
protection is also depending on economic and social factors: working time, migrations,
public policies
And the adaptation of our social model, through many different ways according to each
country, is on the way, for instance in the field of pension schemes or labour market
regulation
=> Recommendation (to policy makers): do not use figures about fertility or ageing in a
purely negative or desperate way
2 Increasing working time, especially for senior workers, could be part of a solution, under
certain conditions.
2.1 the management of working time along the life is very bad, and can be changed. For
instance, professional training is very low over the age of 45. Some countries, like FIN, are
experiencing new training policies for seniors.
=> Recommendation (to employers, labour unions and policy makers): to create individual
learning accounts, funded through a transfer from social contributions and taxes devoted
to pensions
2.2 It is necessary to encourage senior workers to retire later. But many public policies are
still suffering an early withdrawal from labour market (through disability on long-term
sickness schemes). So, the problem is mainly to keep senior workers at work, rather than
extending the legal retirement ages. To do so, jobs are to be adapted to senior workers,
including those having some disabilities.
=> Recommendation (to employers and labour unions): negotiate human resource
policies inside the firms to adapt job positions and to promote continuous training for
senior workers


5
2.3 The working time, the retirement age are more and more personal choices. The
funding of the pensions in the future is a big macro-economic problem. But at an
individual level, some people may prefer increase their working time to have a better
retirement pension, and others are willing to reduce their income to have a better quality
of life, and to have time to spend money in a different way.
=> Recommendation (to policy makers): to build mandatory schemes in a more flexible
way, combining working time, age, and replacement ratio
2.4 To make individual choices, one must rely on transparent and secured information
about the expected level of pension. There is a need for security, not only in terms of
money, but in terms of transparency, sustainability and equity. The state has a key role in
informing citizens.
=> Recommendation (to policy makers): to set up an information system in order to
provide every year to any individual a clear estimation of the pension he may expect
according to different criteria
3. Decreasing fertility in Europe is a problem we have to face. People are not having the
number of children they wish. There is also a problem of “tempo”: there is an increase in
the mean age of the first birth. Benefits and social services must be developed as a
families will not afford any more the burden of childcare. A change in gender roles is
necessary
=> Recommendation (to policy makers): to meet the need for child-care services in order
to promote a better compatibility between family life and professional work


6
Workshop 4 “Integration and social cohesion”

Preamble: human dignity, access to rights are the bases of social cohesion, solidarity
1. economic proof for value of social action:
economic growth and social cohesion must be equal parts of EU-strategies
(recommendations to ICSW: develop evidence in economic and financial terms to
prove the value of social cohesion)
2. representation and participation of excluded groups
recommendation to national, local governments and civil society: create procedures for
democratic representation and participation of excluded groups in shaping policies.
3. exclusiveness of EU
recommendation for all countries to ratify the European social Charter, specially the
art. 30 and 31(right protection of poverty and right to housing)
4. Mutual responsibility
Integration and social cohesion should be the mutual responsibility of all actors and
includes rights and duties
5. information and PR � better understanding and dissemination
recommendation to ICSW: ICSW should develop an information and PR-strategy to
create a better understanding of social cohesion processes. Therefore it should
dissemination knowledge about tools, good practice and successful methods.


7
Workshop 5 “Needs of people”

1. We ought to be user-focused much more in setting standards of services. We should
involve users in designing and evaluating services.
2. We consider it important that relationship between service providers and service users
is based on the balance of rights and responsibilities.
3. Relying on statistics as indicators of needs may ignore human areas such as cultural
identity, belonging, fear or crime, etc.
4. When services respond to the call for autonomy and greater choice, they should avoid
increasing isolation, because these more individual values can conflict people`s needs
for help and support.
5. Services that promote choice and independence should also address the management
of risks and develop regulatory procedures.


8
Workshop 6 “Cooperation on European, national and local level”

1. Think the economic dimension never without the social dimension
2. The principle of subsidiarity is a part of the European Social Model: it has to be
applied to four levels: the local, the regional, the national and the European level.
3. Responsibilities must be clearly defined and clearly attributed to the different levels
of the EU. The level which is responsible must also have the financial means
(principle of connexity).
4. People are living on the local level. Europe is experienced on the local level. This
must be taken into consideration by the other levels: the local level must have
more to say in the European decision making process.
5. We ask the European level and the member states to introduce and implement a
Civil Dialogue including NGOs and civil society in equal partnership.
6. Concerning the Open Method of Coordination, we ask the European and the
national level, to keep the demands to the reports and the reports themselves short
and simple. The member states should involve the civil society into the National
Action Plans. They also should define clear targets they want to reach and not only
rely on results they already have achieved.
7. We want the European Union to define principles of social policy which shall be
guaranteed for all European citizens.
8. We want the European Union to encourage information exchange between all
levels, especially the local and regional level, and to support concrete projects on a
small scale like twinning partnerships between municipalities in accordance with the
principle of bottom-up.


9
9. The latest referendums in France and in the Netherlands have shown that the EU
needs a communication strategy. All levels of the EU have to better explain the
meaning and the functioning to the EU-citizens involving the mass-media.


10
Workshop 7 “Migration and the future of the European Social
Model”

The issue of migration and refugees is located at the heart of globalisation, with all its
potential for human development on the one hand, and all the risk of alienation,
disempowerment and polarisation on the other. Migration will be a major political and
social issue for the coming decades. Given skilful policies and genuine international
cooperation, migration can offer great potential to the migrants themselves, the receiving
countries and the countries of origin. Europe will be a key player in this process.
1. The international community should attach far greater priority to policies and
programmes that address the root causes of refugee movements and that tackle
the factors that cause migrants to move in order to survive. Such policies must
include the promotion of human rights and good governance on the one hand, and,
on the other, the reduction of poverty, disease and illiteracy through trade and
appropriate development strategies.
2. The emerging/evolving European social model requires of authorities at all levels a
radical change in their integration and social inclusion strategies. This approach
must facilitate access to social welfare systems for all so as to foster integration
rather than, as now, to repair the consequences of non-integration. This policy
should be centred on human rights to which all persons are entitled, be they citizen
or migrant. Such an approach should characterizse the entire social welfare system.
It will lead to a much needed change in the power relationships between the
service provider and the client, based on an equal partnership of rights and
responsibilities.
3. This conference is greatly concerned at examples of extreme vulnerability that
certain groups of migrants currently endure in Europe. The right to assistance in
situations of acute distress must be asserted even for those who may have entered
without documented authorisation, or those whose asylum application has been
rejected. Such a position is rooted in the fundamental principle of non
discrimination and the indivisibility of human rights.


11
4. Good policy in the refugee and migration field should be based on facts. Current
policies in many European states are influenced by misrepresentation, confusion,
fear and prejudice, all of which flourish if the information base is weak or wrong.
This conference urges policy makers, opinion formers and political leaders to
counter this misrepresentation, to make use of legislation against the incitement to
racial hatred, and to take a lead in informing public opinion of the real challenges of
migration in the modern world. The role of the education sector is vital to inform
and prepare the next generation of citizens.
5. In a period of intense pressure on the social welfare budgets for asylum seekers
and migrants, stronger responsibilities fall on civil sector organisations. This
conference urges the non governmental human rights and humanitarain
community: a) to reinforce its advocacy work for humane policies, b) to strengthen
more cooperative networking with each other, and c) to engage in a vigorous and
creative dialogue with authorities at all levels in the interests of the development of
both the migrant and host communities.
6. The Conference should advocate for states policies that reflect the increasing
feminisation of migration and for particular attention to the gender reasons for
migration and on the position of refugee and migrant women. As well as policies
that ensure legal channels of entry to European states, the social welfare systems
should respond to the needs of women, including the undocumented, who are
performing necessary tasks in the informal economy, many of whom are very
vulnerable and easily open to victimisation and exploitation.
7. The ICSW should request of its member agencies an annual report-back on the
progress made in implementing these recommendations

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Πέρα από τα αυτονόητα και την ανάγκη

Ένα νέο κύμα συντηρητισμού εξαπλώνεται γοργά σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Σε κάποιες μάλιστα χώρες με στρεβλή οικονομικο-κοινωνική ανάπτυξη, όπως η Ελλάδα, το κύμα αυτό τείνει να πάρει μεγάλη διάσταση. Ο υπόκωφος ήχος από το κοινωνικό τσουνάμι, που πλησιάζει, έφτασε, ήδη, στα πλέον ευαίσθητα αυτιά.

Η παγκόσμια επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μεταλλάσσει με ασύλληπτη ταχύτητα το σύστημα και τα κριτήρια κοινωνικής διάρθρωσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ανασφάλεια περισσεύει, όχι μόνο στις τάξεις των μη προνομιούχων και των αθλίων της ζωής, αλλά κυρίως μεταξύ των εχόντων την ισχύ και κατεχόντων τα μέσα και την απορρέουσα εξουσία από αυτά.

Ο νεοφιλελευθερισμός τούς παγίδευε όλους, καθώς αποδείχθηκε ότι δεν αποτελεί ένα απλό σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς με συγκεκριμένη πολιτική έκφραση, αλλά ένα ολοκληρωμένο πολιτισμικό και κοινωνικό σύστημα παγκόσμιας οργάνωσης.

Είναι, κυρίως και πρωταρχικά, ένα σύστημα οργάνωσης της αντίληψης του κόσμου:
ορίζει αυθεντικά τα «αυτονόητα» και προσδιορίζει την «ανάγκη» καθολικά, διαπερνώντας την υφιστάμενη κοινωνική διαστρωμάτωση.

Η αριστερά ζαλίστηκε εντός αυτού του νέου ολοκληρωτισμού, που την αιφνιδίασε με την ταχύτητα εξάπλωσης του και σπαρταράει πολιτικά σαν το ψάρι έξω από το νερό.

Η δεξιά εσωτερίκευσε εύκολα το οικονομικό μέρος, αλλά τρελάθηκε όταν συνειδητοποίησε το αντίτιμο: την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας και των θεσμών που διαχρονικά νομιμοποιούσαν την εξουσιαστική της υπόσταση, δηλαδή όταν κατάλαβε ότι επίκειται η οργανωτική και λειτουργική της διάλυση.

Ο νεοφιλελευθερισμός προκαλεί πλέον παγκόσμια σύγχυση, καθώς ξέφυγε από τα στενά ιδεολογικά του πλαίσια και έγινε κοινός τρόπος (τόπος) ζωής. Βιώνουμε, σχεδόν όλοι, την εποχή του νεοφιλελευθερισμού: αστοί, μικροαστοί, αγρότες, άνεργοι, πλούσιοι, φτωχοί και ευημερούντες. Αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες μας στο πλαίσιο που αυτός, ο νέος ολοκληρωτισμός, προσδιορίζει και δομούμε την «κοινή λογική» μας στο πεδίο των αυτονοήτων που επιβάλει, με την ολοκλήρωση της αγοράς και την παγκοσμιοποίηση του μηνύματος, κοινής λήψης, από τα ΜΜΕ.

Έτσι, αριστεροί και δεξιοί σκέφτονται και δρουν νεοφιλελεύθερα, ενώ ταυτόχρονα πολιτικολογούν και ονειρεύονται παραδοσιακά αριστερόστροφα ή αντίστοιχα δεξιόστροφα. Όμως, μια μικρή- ακόμη – ομάδα πολιτών τείνει να ξεφύγει από τις παλιές γραμμές και να πάρει τη τύχη στα χέρια της. Είναι αυτοί που κατάλαβαν ότι η εποχή του νεοφιλελευθερισμού δεν ξεπερνιέται με αριστεριστικούς δογματισμούς, ούτε με εθνικιστικές κορώνες, αλλά με άμεση αλλαγή στον τρόπο ζωής μας.

Ο κόσμος δεν γυρίζει πίσω, ούτε μένει στάσιμος, εξελίσσεται χαοτικά και τυχαία, μέσα σε ένα σύστημα αναγκών που προσδιορίζει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο κυριαρχικής αντίληψης του κόσμου. Όλοι μας είμαστε δεμένοι με χοντρές αλυσίδες σε αυτό το μοντέλο που χαρακτηρίζεται από οικονομικό ντετερμινισμό.

Μόνο αν, καταλαβαίνοντας τι μας συμβαίνει, κατορθώσουμε να σπάσουμε αυτά τα δεσμά, θα έχουμε κάποια ελπίδα να αναπτύξουμε σε πραγματική βάση την προοδευτική ιδεολογία μας και να δομήσουμε εναλλακτικές πολιτικές. Τούτο, όμως, απαιτεί αλλαγή της καθημερινότητας: ένα νέο τρόπο αντίληψης του Εαυτού, του Άλλου, της Φύσης και της Κοινωνίας. Ας δραπετεύσουμε από την ανάγκη προσαρμογής στον νεοφιλελευθερισμό και στα tips που προβάλει και ας δώσουμε άλλη, πιο φυσική διάσταση, στην ζωή μας. Για να ζήσουμε όμορφα χρειαζόμαστε λιγότερα καταναλωτικά αγαθά, λιγότερη σαβούρα στο πεπτικό μας, μικρότερη ιδιοκτησία, μικρότερο κράτος, αλλά περισσότερο δημόσιο χώρο, ισχυρότερη κοινωνία, ελεύθερη επιστήμη, καλλιέργεια της παιδείας και των τεχνών, απροκατάληπτη ανάπτυξη της τεχνολογίας, και προπάντων ελεύθερη φύση και καθαρό αέρα! Η συσσώρευση πλούτου αποτελεί βαρβαρότητα και η επίδειξη του, την μέγιστη μικρότητα, που είναι άξια της περιφρόνησης μας.

Η επόμενη μέρα θα χαράξει όταν εγκαταλείψουμε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, υπέρ ενός αποκεντρωμένου συστήματος άμεσης, διαβουλευτικής δημοκρατίας. Τότε μόνον το θετικό παράδειγμα και η ευθύνη θα θριαμβεύσουν!