Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη


Του Αγίου

Διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις περί εκλογικής συμπεριφοράς, που δημοσιεύτηκαν την περασμένη εβδομάδα, παρατηρώ να εμφανίζονται σταθεροποιητικές τάσεις ως προς τη πρόθεση ψήφου, οι οποίες δεν οδηγούν σε αυτοδύναμη κυβέρνηση, ούτε με το ισχύοντα εκλογικό νόμο, αλλά ούτε με το νέο αντιδημοκρατικό, εκλογικό κατασκεύασμα-Καραμανλή.

Αν προσέξει κάποιος καλύτερα, ίσως διαπιστώσει ένα γενικότερο αίσθημα απογοήτευσης του εκλογικού σώματος και μια σαφή υποχώρηση της διάθεσης για εκλογική σύμπραξη μεταξύ ΠΑΣΟΚ- ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα από τη νέα γενιά.

Από την άλλη, ολοένα και περισσότεροι νεοδημοκράτες ( φτάνουν το 30% στα επιμέρους δείγματα) φαίνεται να επιθυμούν την συνεργασία ΝΔ-ΛΑΟΣ για τον σχηματισμό κυβέρνησης, στην περίπτωση φυσικά μη-αυτοδυναμίας του κόμματος που υποστηρίζουν. Η προοπτική, πάντως, σχηματισμού κεντροδεξιάς κυβέρνησης (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) συνεχίζει να κεντρίζει το ενδιαφέρον των περισσότερων ψηφοφόρων της ΝΔ, παρότι δεν υπάρχει αντίστοιχη διάθεση από τους υποστηρικτές της άλλης πλευράς.

Κοντολογίς, οι συντηρητικοί ψηφοφόροι είναι έτοιμοι πλέον να στηρίξουν ακόμη και μια δεξιότερη στροφή της κυβέρνησης, αρκεί να παραμείνει στην εξουσία, ενώ οι κεντροαριστεροί και αριστεροί, μεταξύ των ηλικιακών ομάδων κάτω από τα πενήντα - πάνω από τα 50, μοιάζει να αμφιταλαντεύονται και να παρουσιάζουν σημαντική απόκλιση ως προς την διάθεση συνεργασιών. Οι μεγάλοι κάνουν όνειρα κεντροαριστερά, ενώ οι μικρότεροι ενδιαφέρονται περισσότερο για την ισχυροποίηση των κομματικών φορέων τους.

Είναι πρόδηλο ότι η υποχώρηση του ρεύματος για τον σχηματισμό κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ, οφείλεται στην αρνητική στάση τόσο της ηγεσίας του ΣΥΝ, όσο και της αντίστοιχης περιπεπλεγμένης και επαμφοτερίζουσας απόφασης του πολιτικού συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ.

Εάν πίσω από αυτή τη στάση κρύβεται μια άλλη σκέψη: ας πούμε αυτοδιάλυση του ΣΥΡΙΖΑ με στόχο η καθαρή από τα σκάνδαλα σοσιαλδημοκρατία να συναντηθεί κοινωνικά και εκλογικά με την ριζοσπαστική και προοδευτική αριστερά, για την σύμπηξη ενός κυβερνητικού σχήματος με τις λειτουργικές αρχές και την οργανωτική δομή του ΣΥΡΙΖΑ, τότε η υπόθεση γίνεται μάλλον ενδιαφέρουσα. Αν όχι, φοβάμαι ότι « κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα», που έλεγε και ο Ελύτης.

Η εκτίμηση ότι η Σοσιαλδημοκρατία είναι μια τελειωμένη υπόθεση στην εποχή μας, δεν πρέπει να οδηγήσει στην αξιωματική αποστροφή ολόκληρου του πολιτικού οικοδομήματος που αυτή πρόσφερε στην Ευρώπη και στον πολιτικό πολιτισμό από το ’30 μέχρι τις μέρες μας.

Άλλωστε, το ΠΑΣΟΚ, ως ο βασικός φορέας της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, αδυνατεί να κυριαρχήσει, όχι γιατί του λείπουν τα ιδεολογικά ή λειτουργικά «προσόντα» προς αυτό , αλλά επειδή είναι συνδεδεμένο οργανωτικά με την διαφθορά του συστήματος και αποτελεί μέρος του καθεστώτος, το οποίο αποστρέφεται ένα σημαντικό μέρος των πλέον ενσυνείδητων πολιτών.

Το ότι το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ακόμη ζωντανό στις δημοσκοπήσεις, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στα πελατειακά χαρακτηριστικά του, στην «φαντασιακή συντροφικότητα» της παράδοσης του και στην καταστροφική για τα μεσαία στρώματα πολιτική της ΝΔ.

Αν ο Γιώργος Παπανδρέου είχε τολμήσει να διαλύσει το ΠΑΣΟΚ και να συστήσει ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, τότε η πιθανότητα κεντροαριστερής κυβέρνησης ίσως να αποτελούσε ελκυστική προοπτική.

Υπό τις υπάρχουσες συνθήκες στο ΠΑΣΟΚ, δεν είναι. Δεν μπορεί η προοδευτική πολιτική να ενσωματώσει τον καθεστωτισμό, την διαφθορά και την διαπλοκή.

Έτσι, αντί να ξεπεράσουμε την κρίση θα οδηγούμαστε την ανακύκλωσή της με αριστερή νομιμοποίηση. Και αυτό, δεν μπορεί να αποτελεί προοδευτικό όραμα.

Αφού, λοιπόν, δεν τόλμησε το ΠΑΣΟΚ να διαλυθεί, ώστε να συστήσουν τα πραγματικά προοδευτικά και καθαρά στοιχεία του έναν πολιτικό φορέα ικανό να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ για τον σχηματισμό κυβέρνησης, που θα προσέδιδε νέα προοδευτική δυναμική στην ελληνική κοινωνία, ας γίνει κάπως αλλιώς.

Ας αυτοδιαλυθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και ας σχηματιστεί ένας ευρύτερος προοδευτικός και ριζοσπαστικός, συμμαχικός συνασπισμός, αριστερών και σοσιαλδημοκρατών με επιδίωξη την διαμόρφωση ενός πολύ συγκεκριμένου τετραετούς προγράμματος διακυβέρνησης, με παράλληλη παρουσίαση στο λαό μιας κυβερνητικής ομάδας καθαρών ανθρώπων που θα προσπαθήσουν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων.

Είναι καιρός ο κόσμος να πάψει να ψηφίζει το μικρότερο, κατά την γνώμη του, κάθε φορά κακό. Τέρμα η ψήφος ανοχής. Η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων της διαφθοράς του κυριάρχου πολιτικού συστήματος καθιστά επιτακτική πλέον την ανάγκη μιας νέας μεταπολίτευσης, η οποία δεν μπορεί να δομηθεί με τα υλικά και το σχέδιο της προηγούμενης.

Ο λαϊκισμός και ο «εργατισμός» δεν έχουν θέση στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου οι κοινωνίες ζητούν όχι απλώς προστασία από τον σαρωτικό καπιταλισμό, αλλά πρόταση ανάπτυξης με ενίσχυση της δημοκρατίας.

Εάν η αριστερά συνεχίσει να πολιτεύεται με αναφορά στην πτώση του καπιταλισμού, τότε μάλλον δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την πολιτική αυτοσυντήρησή της παρά για την κοινωνία.

Ας σοβαρευτούμε και ας κοιτάξουμε πώς θα επιπλεύσουμε στις παρούσες συνθήκες της καπιταλιστικής απορρύθμισης, μέσα σε ένα δημοκρατικό, σύγχρονο κοινωνικό σκάφος (κράτος) και μετά συζητάμε πώς θα ξεφύγουμε από τον καπιταλισμό.

Σε αντίθετη περίπτωση θα αναλώνουμε την ενέργεια μας σε διαδηλώσεις και συλλαλητήρια εναντίον της νεοφιλελεύθερης ονείρωξης της ΝΔ, η οποία, ενισχυμένη από τον ακροδεξιό λαϊκισμό, θα συνεχίσει το έργο για το οποίο ήρθε στην εξουσία.

Όσοι συνδέουν την ανατροπή του συστήματος με την ανατροπή του καπιταλισμού, μάλλον δεν θέλουν να αναλάβουν πολιτικά ρίσκα και κινδύνους που συνεπάγεται η διακυβέρνηση. Είναι κατανοητή αυτή η ιδεολογική στάση, μπορεί και ορθολογικότερη, αλλά μέχρι να αποκτήσει η κοινωνία «ταξική συνείδηση» δεν θα ήταν όμορφο να την παρατηρούμε να διαλύεται, να εξευτελίζεται, να γίνεται ακόμη πιο βάρβαρη και συντηρητική.

Δεν γνωρίζω πόσοι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν το σήμερα! Η πολιτική δεν είναι μεταφυσική, υπόκειται και αυτή στην εξελικτική διαδικασία η οποία εμπεριέχει και την μεταρρύθμιση και την ανατροπή και μάλιστα χαοτικά και όχι νομοτελειακά.

Άρα, ο δογματισμός οφείλει να υποχωρεί όταν λειτουργεί διαδραστικά με τα κοινωνικά φαινόμενα που εξελίσσονται διαρκώς και ποτέ δεν συνειδητοποιούνται ως σταθερές από ένα άτομο που δεν ζει σε ένα απόλυτο γκέτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: