Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Ο παράγοντας Μίζενς και το «πάρτα όλα»


Του Αγίου

Το στριπτήζ του πολιτικού συστήματος συνεχίζεται, την στιγμή που ομάδες, πρώην παρέες, πρώην σύντροφοι και πρώην κολλητοί, ρίχνουν τροχιοδεικτικές βολές ο ένας στον άλλον στο εσωτερικό της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, όταν δεν θυμούνται την «υποχρέωσή» τους να βάλλουν απ’ τα πράσινα υψώματα εναντίον των μπλε και αντίστροφα, με όπλο τις αποκαλύψεις γύρω από το σκάνδαλο Siemens.

Ο παράγοντας μίζες, που μέχρι πρότινος αποτελούσε την συγκολλητική ουσία της εξουσίας, σήμερα, με την αποκάλυψη πτυχών του σκανδάλου Siemens τείνει να απομυθοποιήσει εντελώς μία ολόκληρη περίοδο.

Το κουτσό πόδι της μεταπολίτευσης, η έλλειψη, δηλαδή, ιδεολογικής συγκρότησης των δύο κύριων φορέων της πολιτικής εξουσίας και η διαμόρφωση της πυραμίδας του πολιτικού προσωπικού με οικογενειοκρατικά και πελατειακά κριτήρια, οδήγησαν την πλουραλιστική δημοκρατία της Μεταπολίτευσης σε έναν ιδιόμορφο μύλο, εντός του οποίου αλέστηκε η πολιτική ηθική, για να παράγει πλούτο και προνόμια σε μια μικρή ομάδα πολιτικών τζακιών και σε μια πολύ μεγαλύτερη διψασμένων για δόξα και χρήμα, «επαρχιοτόπαιδων».

Η αντιδικτατορική δράση και οι αγώνες για εκδημοκρατισμό την δεκαετία του ’60 αποτέλεσαν τη νομιμοποιητική βάση για δυο γενιές πολιτικών που τους επέτρεψε να παλαντζάρουν με άνεση σε ένα ευρύ πολιτικό φάσμα μεταξύ παραδοσιακής δεξιάς και παραδοσιακής αριστεράς. Σε αυτούς προστέθηκαν και μερικοί νεότεροι, γαλουχημένοι στις κομματικές νεολαίες ή γόνοι των παλαιότερων.

Όλοι τους αντιμετώπισαν την πολιτική ως δημόσιο αξίωμα και την ένταξή τους στην κομματική ιεραρχία ως καριέρα και ευκαιρία κοινωνικής ανόδου και ευημερίας, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, επιπρόσθετα, ως δυνατότητα πλουτισμού και αποκατάστασης.

Δίπλα στα νεοδημοκρατικά τζάκια άρχισαν τότε να καίνε και πολλά πασοκικά, ή ακόμη και αριστερά, που εκεί γύρω στο τέλος της δεκαετίας του ’80 ανακάλυψαν ότι ο κομμουνιστικός άνθρακας δεν μπορούσε να διατηρήσει τη «φλόγα» που… έκαιγε μέσα τους και έτσι οδηγήθηκαν «φυσιολογικά» στην πράσινη εστία με τα πολυτελή προσανάμματα.

Τότε ήταν που κάποιοι αφελείς αναρωτήθηκαν «πού πήγε η ιδεολογία», αλλά η απάντηση που πήραν ήταν αποστομωτική: «η ιδεολογία συνδέεται με την κοινωνική ευημερία και τι ιδανικότερο όταν αυτή βρίσκει τρόπους, μέθοδο και δίαυλο, ώστε να προσφέρει στην προσωπική ευημερία και ικανοποίηση!»

Κάπου εκεί έγινε το μπέρδεμα και η ιδεολογία μετατράπηκε σε προσχηματικό ιδεολόγημα για να χτιστούν νέες καριέρες – στεγαζόμενες σε καινούργιες βίλες - δίπλα σε αυτούς, που στη θέση της ιδεολογίας είχαν παραδοσιακά τον πελατειακό μηχανισμό, ή την εύνοια του ηγέτη, ή την υποστήριξη του νταβά.

Η αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής, μάλιστα, μετά το 1990 έγινε μόδα. Το ρεύμα του πασοκικού εκσυγχρονισμού, στη συνέχεια, εξοβέλισε και τα τελευταία ίχνη της. Στις στάχτες της νεκρής ιδεολογίας στήθηκε το πανηγύρι ενός εσμού ετερόκλιτων, πολιτικά, προσώπων, που συντάχθηκαν στη ΝΔ, υπό την ηγεσία ενός ανθρώπου που προσωποποιούσε με τον καλύτερο τρόπο την απόλυτη ιδεολογική σύγχυση, η οποία σε κάποιους φάνταζε – και ίσως ακόμη φαντάζει – ως η σύγχρονη υπέρβαση της κατάταξης στο δίπολο δεξιά – αριστερά.

Μέσα σ’ αυτό το «υπερβατικό κλίμα», ήταν φυσικό το πολιτικό να υποχωρήσει και στη θέση του να έρθουν αλλοπρόσαλλες πολιτικές και φωτογραφικά νομοθετήματα για τη συγκυριακή εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων ή για τη νομιμοποίηση αντιλαϊκών μέτρων και αντιδημοκρατικών πρακτικών, που βαπτίστηκαν μεταρρυθμίσεις και προσαρμογή στο ευρωπαϊκό mainstream.

Οι ρυθμίσεις αυτές είχαν ένα και μοναδικό σκοπό: την διαμόρφωση ενός διαφορετικού πλαισίου πολιτικής κυριαρχίας, εντός του οποίου θα ήταν ευκολότερο να ανέλθουν κοινωνικά τα παιδιά της «γαλάζιας γενιάς».

Ταχύτατη κοινωνική άνοδος, όμως, δεν γίνεται δίχως την κομματική πατρωνία, και την ένταξη στο μηχανισμό παραγωγής μαύρου χρήματος.

Η μίζα, έτσι - σε διάφορες μορφές - γίνεται το κίνητρο όχι μόνον της επαγγελματικής, αλλά και της πολιτικής δράσης.

«Και εγώ τι θα κερδίσω από αυτό;» Ρωτούν, ξεδιάντροπα, τώρα τα γαλάζια κομματικά στελέχη, όπως πριν από λίγα χρόνια ρωτούσαν τα λιγούρικα, πράσινα ανθρωπάκια, που μάθανε το «παραμύθι» από τα προηγούμενα γαλάζια τρωκτικά.

Την πολιτική επικράτηση, την είδαν σαν παιχνίδι «πάρτα όλα»: όποιος κερδίσει στις εκλογές και σχηματίσει μονοκομματική (ασφαλώς) κυβέρνηση, καρπώνεται και τις μίζες. Αυτές αποτελούν την επιβράβευση του αγώνα …για τα συμφέροντα ολόκληρου του ελληνικού λαού και του έθνους!

Είναι απίθανο αυτό που συμβαίνει, αλλά το λαϊκό και κοινωνικό συμφέρον μοιάζει να μετανάστευσε από την καρδιά στην τσέπη κάθε ατσίδα της πολιτικής!

Αυτό ακριβώς το μεταναστευτικό ρεύμα ακολούθησαν και οι λογής-λογής προμηθευτές για να προσφέρουν τελικά από το 5%, έως το 15% του τζίρου τους, στους πελάτες τους: τους νικητές του «πάρτα όλα».

Στο τέλος, αντί πολιτικής, ο δικομματισμός, εκσυγχρονιζόμενος, το έριξε στις μπίζνες. «Μα, γιατί υπάρχει κάτι άλλο;» Ρωτά το αποθρασυνόμενο καλόπαιδο που κινείται στα συγκοινωνούντα κομματικά δοχεία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, μετά τη «χορηγία» της Siemens.

Τι να του πεις τώρα; Έτσι το μάθανε και το αποβλακώσανε το δόλιο, καθώς στο μικρό του μυαλό οι μπίζνες συγχέονται με τις «μίζενς», όπως και η πολιτική με το πολιτικό lifestyle.

Άντε, λοιπόν, κουράγιο, φίλτατοι, να ξεκαθαρίσουμε την πολιτική από τις μπίζνες του κάθε κατεργάρη και να μάθουμε τα παιδιά πώς δίχως πολική ιδεολογία, ούτε εκσυγχρονισμός γίνεται, ούτε μεταρρύθμιση, ούτε «επανίδρυση».

Το πολύ-πολύ να γίνει κανένα υπερ-τιμολογημένο έργο, καμία «αρπαχτή» και στη συνέχεια καμία… εξεταστική με πράσινο και γαλάζιο πόρισμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: