Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

Η Διάλυση και η Λύση

Του Αγίου

Όσοι έχουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις, πολιτικά, γνωρίζουν ότι η χώρα… έκλεισε.

Πράγμα που σημαίνει ότι με αυτό το οικονομικό μοντέλο δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάπτυξης, με τούτο το κοινωνικό μοντέλο δεν υπάρχει καμία πιθανότητα κοινωνικής σύγκλησης, ενώ με το γενικότερο πολιτισμικό «μοντέλο» το μόνο που διασφαλίζεται είναι η αποκτήνωση ολοένα και περισσότερων – ιδιαίτερα των τηλεθεατών.

Η μεταπολίτευση απομυθοποιήθηκε και τα ψέματα τελειώνουν μαζί με τα μεγάλα κονδύλια από την ΕΕ.

Στην Ελλάδα, τα τελευταία 15 χρόνια, ζήσαμε μια βίαιη συσσώρευση με παράλληλη αποδυνάμωση όλων των παραγόντων που συντελούν στη διαμόρφωση του κοινωνικού κράτους. Η κοινωνία των δύο-τρίτων είναι γεγονός.

Η βιαιότητα αυτή της ανακατανομής υπέρ μίας μικρής, σχετικά, ομάδας κεφαλαιούχων πραγματοποιήθηκε άναρχα και υπηρετήθηκε από τις τελευταίες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και κατεξοχήν από τη ΝΔ.

Όμως, στην προσπάθεια τους τα δύο κόμματα να διατηρηθούν στην εξουσία αναγκάστηκαν να αναπτύξουν μια μορφή (οικονομικού) λαϊκισμού για να διατηρήσουν ζωντανά τα μεσοστρώματα της ελληνικής κοινωνίας, τα οποία αποτελούν και τη κύρια πηγή της εκλογικής τους δύναμης.

Δημιούργησαν λοιπόν μια νέα γενιά εργαζομένων και μια νέα γενιά μικροεπιχειρηματιών: τους «απασχολήσιμους» στην αγορά εργασίας και στην αγορά των υπηρεσιών και των αγαθών.

Οι πρώτοι ζουν με την ελπίδα μιας θέσης αορίστου χρόνου, ενώ οι δεύτεροι με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν φοροδιαφεύγοντας ή/και φοροκλέπτοντας.

Αν η κυβέρνηση αποφάσιζε να πατάξει τη φοροδιαφυγή και να φορολογήσει το εισόδημα των μικροεπιχειρηματιών, τότε θα είχαμε την απόλυτη ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Θα ξεσηκώνονταν και οι… πέτρες στη χώρα, καθώς τα πραγματικά εισοδήματα θα μειώνονταν σε τέτοιο βαθμό που θα καθιστούσαν αδύνατη την επιβίωση επιχειρήσεων, ατόμων και νοικοκυριών.

Έτσι, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενες, οι κυβερνήσεις του «μεσαίου χώρου» κατάληξαν να μεταφέρουν τα βάρη του προϋπολογισμού στις πλάτες των μισθωτών, κλείνοντας το μάτι στην παραοικονομία και αυξάνοντας διαρκώς τη σχέση έμμεσων/άμεσων φόρων. Υπενθυμίζω ότι φέτος μόνον το 14% των εμπόρων και μόλις το 6% των υπόλοιπων επιτηδευματιών θα καταβάλει φόρο εισοδήματος, ενώ από την υποχρέωση δεν απαλλάσσεται το 46% των μισθοσυντήρητων.

Η τάξη των μεγάλων κεφαλαιούχων έχει, ως γνωστόν, φορολογική ασυλία, καθώς έχει αναλάβει αποκλειστικά (!) το εθνικό έργο της αύξησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, αποφεύγοντας όμως συστηματικά την επένδυση (!) στην παραγωγή ή στον τριτογενή τομέα, πλην ελαχίστων κλάδων, οι οποίοι συγκυριακά ευνοούνται από το ξεπούλημα κρατικών επιχειρήσεων, την συνειδητή κυβερνητική υποβάθμιση δημόσιων αγαθών και από ορισμένες πολιτικές της ΕΕ.

Από την άλλη τα ΜΜΕ και το πολιτιστικό προϊόν έχουν παραδοθεί στα χέρια μιας μικρής ομάδας οικογενειών με «κακό» παρελθόν διαπλοκής και έντονο πολιτικό παρεμβατισμό. Μια ομάδα συμφερόντων που έχει συνδεθεί με τη διαφθορά και την αποχαύνωση των ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Όπως αντιλαμβάνεστε, υπό αυτές τις συνθήκες, η χώρα είναι αδύνατο να επιβιώσει στο διεθνές περιβάλλον και το κράτος στο πλαίσιο των αυστηρών δημοσιονομικών πλαισίων του Συμφώνου Σταθερότητας της ΕΕ.

Οι λύσεις είναι δύο:

Ή πάμε σε μικρή διόρθωση με ήπια ανακατανομή υπέρ των ασθενέστερων τάξεων, με αναζωογόνηση της λαϊκής κατανάλωσης και παράλληλη συμπίεση της μεσαίας τάξης. Πράγμα που δεν μπορεί να πράξει μόνη η ΝΔ ή μόνο το ΠΑΣΟΚ, καθώς θα αυτοκαταστραφούν πολιτικά. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται Μεγάλος Συνασπισμός.

Ή ακολουθούμε την οδό μίας συνολικής αναδιάρθρωσης της κοινωνίας και του κράτους, θέτοντας από την αρχή το ερώτημα της ανάπτυξης και του κράτους πρόνοιας, μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που, ομολογουμένως, δεν είναι καθόλου ευνοϊκό, ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο.

Στην περίπτωση αυτή απαιτείται πραγματική κοινωνική συναίνεση, με την κατάθεση μιας κοινωνικής πρότασης εξουσίας, από την ευρύτερη αριστερά και την συνειδητοποιημένη σοσιαλδημοκρατία, με συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχέδιο ανάπτυξης δίχως προκαταλήψεις.

Εννοώ ότι το βάρος της οικονομίας πρέπει να πέσει σε έναν-δύο κλάδους, στους οποίους πράγματι θα μπορούσαμε να είμαστε ανταγωνιστικοί - ως κοινωνία συνολικά - και στην ανάπτυξη της σύγχρονης εκπαίδευσης, με ευθύνη του κράτους.

Περιβάλλον, ποιοτικός Πρωτογενής Τομέας, Τουρισμός και Πληροφορική ολοκλήρωση θα έπρεπε να είναι η βασική έγνοια της πολιτείας. Η οικολογική συμπεριφορά και η οικολογική οργάνωση της οικονομίας παράγει, σήμερα, τα υψηλοτέρα κέρδη και υπόσχεται ακόμη μεγαλύτερα στο μέλλον. Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση για την ανάπτυξη.

Ταυτόχρονα η πολιτεία, με την θεσμική έννοια του όρου, οφείλει αμέσως να απαλλαγεί από την πατρωνία, τον κομματισμό και τους νταβάδες, που αποτελούν σήμερα τον σοβαρότερο ανασχετικό παράγοντα στη κοινωνική εξέλιξη.

Δίχως εκδημοκρατισμό, αξιοκρατία, στοιχειώδη κοινωνική δικαιοσύνη, ουδέτερη απονομή δικαίου και (άμεσα) ποιοτική αναβάθμιση του μαζικού, ενημερωτικού και ψυχαγωγικού προϊόντος, δεν υπάρχει περίπτωση μακρόπνοης ευδοκίμησης οποιουδήποτε προγράμματος ανασυγκρότησης.

Ουσιαστική λύση, λοιπόν, στη κρίση υπάρχει, μόνον που αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με την ανακύκλωση παλαιών πολιτικών συνταγών, παλαιών πολιτικών, φθαρμένων θεσμών και «κρατικοποιημένων» νταβάδων.

Τη λύση, σίγουρα, δεν τη διαθέτουν αυτοί που άσκησαν την εξουσία τόσα χρόνια, ούτε ασφαλώς τα διαπλεκόμενα με αυτούς επιχειρηματικά συμφέροντα.

Αν είχαν λύση θα την πρόσφεραν και δεν θα φτάναμε σε αυτό το εξευτελιστικό για τους πολλούς – και σε λίγο και για τους ίδιους τους υπαίτιους - αδιέξοδο.

Η δική τους «λύση» είναι αυτή που οδήγησε στη διάλυση και στο ζόφο από τη χιονοστιβάδα των μισο-αποκαλυπτόμενων σκανδάλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: