Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Τα κινέζικα της Κυβέρνησης


Του Αγίου

Απόψε θα προσπαθήσω να εξηγήσω, όσο μπορώ πιο απλά, την βασική αιτία της δραματικής αποτυχίας της Κυβέρνησης –Καραμανλή στη διένεξη Αθηνών-Σκοπίων.

Η Κυβέρνηση θεώρησε ως μοναδική ευκαιρία για την επίλυση του «σκοπιανού» την εκμετάλλευση της συγκυρίας που διαμορφωνόταν από την δεδηλωμένη επιθυμία της κυβέρνησης των ΗΠΑ να διευρυνθεί το ΝΑΤΟ με την ένταξη της Κροατίας, της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ.

Αγνοώντας το βασικό πλαίσιο επίλυσης διαφορών αυτής της μορφής και τους παράγοντες που εμπλέκονται αντικειμενικά στην υπόθεση, από πολύ νωρίς έθεσε το δίλημμα « ή ανευρίσκεται κοινά συμπεφωνημένη λύση στο ζήτημα της διένεξης με την γείτονα, ή ασκούμε το δικαίωμα αρνησικυρίας που έχουμε στο ΝΑΤΟ και εμποδίζουμε την ένταξη της χώρας αυτής στη Συμμαχία».

Η λογική πάνω στην οποία θεμελιώνεται αυτή η προσέγγιση είναι με δύο λόγια:
Δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν αλληλέγγυες και αποτελεσματικές συμμαχικές σχέσεις με μία όμορο χώρα, που δεν σέβεται τις εύλογες αιτιάσεις εθνικού και πολιτισμικού χαρακτήρα που εγείρει η Ελλάδα ως προς το γενικότερο ζήτημα της επιδιωκόμενης εθνο-κρατικής ταυτότητας της συγκεκριμένης «νέας» χώρας, από την άλλη πλευρά.

Δεν κάνεις συμμαχία, δηλαδή, με εκείνους που εκ προοιμίου δεν δέχονται να συζητήσουν σοβαρά τον πυρήνα της διένεξης, αλλά αντίθετα προκαλούν διαρκώς, υποκινώντας μάλιστα άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα τον «μακεδονικό αλυτρωτισμό».

Με άλλα λόγια, η κα Μπακογιάννη εκφράζοντας την Κυβέρνηση –Καραμανλή ισχυρίζεται ότι: οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς συμμάχους.

Λάθος. Τραγικό λάθος. Οι συμμαχίες δεν στήνονται στη βάση τέτοιου είδους πολιτικών αρχών. Πουθενά στις διεθνείς σχέσεις δεν θα βρεις τέτοια ηθικοπλαστική και λογικοφανή, αλλά εντελώς αντιεπιστημονική προσέγγιση.

Ένας μεγάλος διεθνολόγος, ο Martin Wight, σημείωσε επιγραμματικά εκφράζοντας την πραγματικότητα: «Η διπλωματία είναι ένας θεσμός διαπραγμάτευσης. Οι Συμμαχίες είναι ένας θεσμός επίτευξης κοινού συμφέροντος. Η Διαιτησία είναι ένας θεσμός διευθέτησης μικρότερων διαφορών ανάμεσα στα κράτη. Ο Πόλεμος είναι ένας θεσμός οριστικής λύσης των διαφορών».

Δεν τίθεται δηλαδή ζήτημα της συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας – ΠΓΔΜ, αλλά της Συμμαχίας σε ένα ευρύτερο καθολικό σύστημα κυριαρχίας με τις γνωστές ιεραρχήσεις που εμπεδώθηκαν από το 1990 με τη Νέα Τάξη πραγμάτων.

Στη διεθνή πολιτική, σήμερα, θεσμοί υπερεθνικού χαρακτήρα, όπως το ΝΑΤΟ, δομούνται με εσωτερικό κριτήριο την συναίνεση των μελών ενώπιον του υπέρτατου κοινού συμφέροντος . ( Μη το πιάσετε στο σημείο αυτό ιδεολογικά το ζήτημα, διότι θα σταματήσει κάθε κουβέντα. Αναφέρω την κυρίαρχη αντίληψη την οποία συμμερίζεται και η χώρα μας σε όλες τις άλλες περιπτώσεις).

Σύμφωνα με αυτήν, η Συμμαχία μπορεί να μην έχει αρμοδιότητα να λύνει πολιτικές διαφορές μεταξύ των μελών της, έχει όμως την ικανότητα, όπως υποστηρίζει, να διαχειρίζεται προκύπτουσες κρίσεις στο εσωτερικό της και έτσι να αποφεύγονται θερμές εμπλοκές.
Σαν παράδειγμα πάνω σε αυτήν την προσέγγιση, δίνουν συχνά τα Ελληνοτουρκικά.

Άρα, το σημερινό σύστημα ασφαλείας – πάντα κατά το ΝΑΤΟ – προβάλλοντας το κοινό συμφέρον των μελών, που είναι ενταγμένα σε αυτό, συμβάλλει στην σταθερότητα, η οποία δεν υπηρετείται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων, διμερών σχέσεων, αλλά σε ένα (δήθεν) αντι-ηγετικό μοντέλο που αποσκοπεί στο να διαφυλάξει τις φιλειρηνικές κοινωνίες από διεθνείς κατεξουσιαστικές αξιώσεις.

Με αυτή την έννοια θεσπίζεται μεν η αρχή της ομοφωνίας στη λήψη των αποφάσεων, το βέτο όμως έχει έννοια μόνον σε ότι αφορά την αντίθεση επί του (κοινού) στόχου, που θέτει μία συγκεκριμένη πολιτική πρόταση, στο πλαίσιο της Συμμαχίας.

Έτσι, για να είχε κάποιες βάσιμες ελπίδες η ελληνική πλευρά να πείσει τους συμμάχους της για την ανάγκη να θέσει βέτο στη νέα διεύρυνση του ΝΑΤΟ, ως προς την ΠΓΔΜ, θα έπρεπε να αρθρώσει άλλου τύπου επιχειρήματα. Να εξηγήσει πώς η ένταξη της χώρας αυτής, υπό αυτές τις συνθήκες της διένεξης με την Ελλάδα, θα έβλαπτε τους κοινούς στόχους της Συμμαχίας στην περιοχή.

Ομολογώ ότι αυτό θα ήταν τρομερά δύσκολο για οποιαδήποτε διπλωματία, μετά την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου.

Η Κοντολίζα, λοιπόν, δεν μπορεί να συνεννοηθεί με την Ντόρα και ουδείς καταλαβαίνει τι λέει ο Καραμανλής, διότι απλούστατα μιλούν στο «σκοπιανό» μια άλλη, διαφορετική γλώσσα από αυτήν που χρησιμοποιούν για να συζητήσουν και αποφασίσουν με τους «συμμάχους» σε όλα τα άλλα ζητήματα διεθνούς πολιτικής.

Έχοντας αυτά υπόψη, έγραφα και ξανάγραφα ότι Καραμανλής και Μπακογιάννη επέλεξαν, σαν τους πλέον άσχετους, το πλέον ακατάλληλο πεδίο στο πλέον δυσμενές timing για να λύσουν το ζήτημα με την ΠΓΔΜ.

Αν δεν ήμουν Έλληνας και μελετώντας τις διπλωματικές κινήσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο ζήτημα, ίσως να κατέληγα σε πολύ χειρότερο συμπέρασμα που θα υποδήλωνε πολύ μα πολύ κακό πολιτικό χαρακτήρα εκ μέρους της ηγεσίας της χώρας.
Ας είναι…

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Άγιε, δεν συμφωνώ με την προσέγγισή σου. Και εξηγούμαι: σύμφωνα με την ρεαλιστική (realpolitik) προσέγγισή σου, θα έπρεπε να μην είχαμε συζητήσει εξ' αρχής καθόλου, αλλά αντίθετα, να στραγγαλίσουμε για πλάκα το κρατίδιο αυτό, ή να συμφωνήσουμε για τη νομή των εδαφών του με τους Αλβανούς, τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Τη στιγμή μάλιστα, που σύμφωνα με τις αποκαλύψεις των ημερών, ο Μιλόσεβιτς είχε υποβάλει σχετική πρόταση στην ελληνική πλευρά. Ας δούμε και τι κάνουν οι Βούλγαροι, μπας και βάλουμε μυαλό: μοιράζουν στους Σλάβους των Σκοπίων, διαβατήρια!

Τα αποτελέσματα του embargo ήταν επώδυνα για τα Σκόπια. Οι κάτοικοι της χώρας έχασαν περίπου το 50% του κατά κεφαλήν εισοδήματός τους. Τότε μόνο οι Σλάβοι γείτονές μας γονάτισαν και έκαναν παραχωρήσεις στη σωστή κατεύθυνση. Άν έχεις δύναμη, απλά τη χρησιμοποιείς, όπως κάνουν οι ΗΠΑ και οι Τούρκοι, χωρίς ηθικοπλαστικούς ενδοιασμούς.

Τελικά, τίποτα δεν διδαχθήκαμε. Και αυτό οφείλεται εν μέρει στις ιδεολογικές αγκυλώσεις των όσων μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν: νειφιλελεύθεροι, φιλελεύθεροι και εκσυγχρονιστές & σοσιλαδημοκράτες, άνευ εθνικού φρονήματος και διάθεσης μα γράψουν Ιστορία. Το απόλυτο τίποτα...

Τώρα: για την αρμοδιότητα επίλυσης κρίσεων στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, νομίζω ότι τα όσα συνέβησαν στην Κύπρο το 1974, αποδεικνύουν το εντελώς αντίθετο: το ΝΑΤΟ δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την κρίση. Και εμείς, παρά τις απανωτές ευκαιρίες, δεν απειλήσαμε με ρήξη στο πιο ευαίσθητο σκέλος του ΝΑΤΟ (ΝΑ Ευρώπη), ώστε να υποχρεώσουμε τους Αμερικανούς να νουθετήσουν την Τουρκία ώστε να "μετριάσει" την επιθετικότητά της. Και είχαμε πολλές ευκαιρίες: 1987, 1996. Θα μπορούσαμε με μια ελεγχόμενη κλιμάκωση εκ μέρους μας, να θέσουμε τη βάση για την εκλογίκευση της Τουρκίας, απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς τη συνοχή της ίδιας της Συμμαχίας.

Κρίμα και πάλι κρίμα... Όσο γι' αυτό που πήγαμε να κάνουμε ορθώς με τους SS-300, ούτε αυτό δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε!

ο αγιος είπε...

Φίλε 7.17
Παρεξήγησες την προσέγγισή μου. Η θέση που επανειλημμένως έχω διατυπώσει και εδώ θεωρώ οτι είναι σαφής: χάσαμε τη δυνατότητα να επιλύσουμε το ζήτημα στο πλαίσιο της ΕΕ, διαπράττοντας ανεπανάληπτα λάθη. Έκτοτε λαϊκίζοντας οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν παρελκυστικά το ζήτημα για να φτάσουμε σήμερα ο Καραμανλής να διαπράξει το έσχατο ολίσθημα να επιχειρήσει να "εκβιάσει" λύση μέσω του ΝΑΤΟ.