Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

Longue Maladie

Του Αγίου

Την δεκαετία του 1960, γύρω από τον Λυκαβηττό, υπήρχαν ακόμα αρκετές μονοκατοικίες και διπλοκατοικίες σε απομίμηση νεοκλασικού αρχιτεκτονικού ύφους.

Σε κάποιες από αυτές είχαν ξωμείνει κάτι γερόντια, τα οποία εκτός από υψηλή πίεση διέθεταν και υψηλή καλλιέργεια. Άλλοι άνθρωποι! Γεννημένοι για «εκμετάλλευση». Τους έκλεβε η υπηρέτρια, ο μπακάλης, η εφορία, οι συγγενείς τους…οι πάντες.

Στο δρόμο κυκλοφορούσαν σαν χαμένοι μοιράζοντας καλημέρες δεξιά-αριστερά, δίχως κανείς να τους ανταποδίδει τον χαιρετισμό ανυπόκριτα. Άλλοι, χαζογέλαγαν από πίσω τους και τους λοιδορούσαν, άλλοι έδειχναν υπερβάλλοντα ζήλο για να τους φανούν «χρήσιμοι» εισπράττοντας προκαταβολικά το φιλοδώρημα.

Οι μυστήριοι αυτοί ηλικιωμένοι – γριούλες ήταν οι περισσότερες - πρώην αστοί και την περίοδο εκείνη χαμένοι στην μικροαστική Αθήνα που γιγαντωνότανε, κατά καιρούς χανόντουσαν, εξαφανίζονταν, λες και τους είχε καταπιεί η γη.

Οι περισσότεροι πίστευαν ότι είχαν εγκαταλείψει για τα καλά όχι μόνον τα εγκόσμια, αλλά και τον μάταιο αυτό κόσμο και λέγανε το γνωστό και πονεμένο: « βρε τι καλός άνθρωπος που ήτανε και …έδινε, όχι σαν μερικούς-μερικούς στην γειτονιά!»

Έλα όμως που ο Άγιος Πέτρος είχε άλλη γνώμη, και οι γέροντες αυτοί αποδεικνύονταν γερά σκαριά ή τέλος πάντων χαρτζιλίκωναν και εκείνον και τους χάριζε μέρες!

Μετά από καιρό λοιπόν ξαναεμφανίζονταν στην γειτονιά σαν τη καλή χαρά και με κρυφή ικανοποίηση βλέπανε τα γεμάτα έκπληξη μάτια των γειτόνων να τους κοιτούν γουρλωμένα σαν να έβλεπαν φαντάσματα, ενώ κάποιοι άλλοι λίγο πιο πέρα, μισοκρυμμένοι στη γωνία, κάνανε το σταυρό τους:
«Χριστός και Παναγία, καλέ, ακόμα ζει αυτός/η;» αναρωτιόντουσαν έκπληκτοι.

Σε αυτούς που τους ρωτούσαν τι έγινε και πού χάθηκαν, απαντούσαν συνεσταλμένα ότι έπασχαν από Longue Maladie. Αυτή η μυστήρια νόσος, κυκλοφορώντας από στόμα σε στόμα – όπως την «έπιανε» ο καθένας – είχε καταντήσει το φόβητρο της περιοχής και κάποιοι διέδιδαν ότι πρέπει να αποφεύγονται οι συναναστροφές με αυτούς τους γέροντες, καθώς η νόσος ήταν, μάλλον, μεταδοτική.

Καθόσον, λοιπόν, οι φήμες περί της Longue Maladie έδιναν κι έπαιρναν, ένας πολύγλωσσος, μεγάλος ηθοποιός που έμενε στη γειτονιά, βάλθηκε να τους καθησυχάσει. «Βρε παιδιά», τους είπε, «πώς κάνετε έτσι; Οι άνθρωποι πάσχουν από χρόνια γεροντική μελαγχολία, την οποία ένας φίλος μου, γιατρός, μου είπε ότι την λένε κατάθλιψη.»

Η διαβεβαίωση του θεατράνθρωπου προφανώς ήταν πειστική και όλοι στην περιοχή ησύχασαν, αφού βεβαιώθηκαν ότι οι επί μακρού χρόνου απουσιάζοντες γέροντες την «είχανε ψωνίσει». Σίγουροι οι καλοί - γείτονες πια ότι ήτανε τρελοί ή μισότρελοι, επιδοθήκαν με μεγαλύτερη ένταση στην αρπαγή και την λοιδορία εναντίον τους.

Τα περιστατικά αυτά μου ήρθαν στο μυαλό, καθώς παρατηρώ ότι, παρότι πέρασαν τόσα χρόνια και οι εποχές μαζί με το περιβάλλον, άλλαξαν ριζικά, η μικροαστική αυτή συμπεριφορά συνεχίζει να χαρακτηρίζει επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες.

Η πλέον παρεξηγημένη πάθηση στις μέρες μας είναι η κατάθλιψη. Σχεδόν κανένας δεν είναι έτοιμος να κατανοήσει τον πάσχοντα από αυτήν συνάδελφό του, γείτονά του ή ακόμα και μέλος της οικογενείας του. Αλλά και ο ίδιος ο ασθενής ντρέπεται να το πει, φοβούμενος τη λοιδορία και την απόρριψη. Ακόμη χειρότερα δηλαδή από το ’60. Μόνο που σήμερα παρατηρείται η εξής αντίφαση: ενώ όλο και περισσότερο μιλάμε για την κατάθλιψη και ζητάμε θεραπευτικές συμβουλές από ειδικούς και λιγότερο ειδικούς, ολοένα και λιγότερο δείχνουμε διάθεση να κατανοήσουμε στάσεις και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτήν.

Στην δυτική Ευρώπη τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα και οι καταθλιπτικοί δεν έχουν την τύχη των «σύγχρονων λεπρών», εκτός αν τύχει και είναι διάσημοι ή πολιτικοί. Σε αυτή την περίπτωση η κοινωνική ποινή είναι εξοντωτική. Αυτήν φοβήθηκε και η Αγκελα Μέρκελ και… πήρε ξανά τους δρόμους!

Δεν υπάρχουν σχόλια: